Sunday, November 25, 2012



Συλλογική δράση και συνδέσεις ελίτ-‘μαζών’: μια εξήγηση της αποσχιστικής κινητοποίησης με βάση μηχανισμούς του Dynamics of Contention


Κείμενο εισήγησης στον Κύκλο Συγκρουσιακής Πολιτικής
Πάντειο Πανεπιστήμιο, 27 Νοεμβρίου 2012



Θωμάς Γούμενος





Περίληψη εισήγησης
Η εισήγηση παρουσιάζει μια αναλυτική πρόταση για τη μελέτη της συλλογικής δράσης των αποσχιστικών κινημάτων. Αρχικά παρουσιάζονται κάποιες ταξινομήσεις προσεγγίσεων του εθνικισμού, της εθνοτικής κινητοποίησης και των αποσχιστικών κινημάτων. Υποδεικνύονται οι βασικές συνεισφορές και ελλείψεις τους και προκρίνεται η ανάγκη ενός πλαισίου ανάλυσης της εθνικιστικής/εθνοτικής συλλογικής δράσης που θα είναι απαλλαγμένο από αναγωγές σε δομικές συνθήκες, εθνοτικές ταυτότητες, ατομικές επιλογές ή «χειραγώγηση από τις ελίτ» και το οποίο θα δίνει έμφαση σε πλαισιακά προσδιορισμένες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Εν συνεχεία, αιτιολογείται γιατί αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορούν να αρθρωθούν γύρω από την κομβική σχέση «ελίτ» και «μαζών». Η ανίχνευση με αναλυτικά συνεπή τρόπο των αλληλεπιδράσεων ελίτ-«μαζών» γίνεται μέσω της επιλογής πέντε αιτιωδών μηχανισμών από αυτούς που προτείνονται στο έργο Dynamics of Contention. Η εισήγηση επιχειρεί να προσδιορίσει τις συνδηλώσεις και υποδηλώσεις των πέντε μηχανισμών και ελέγχει εμπειρικά το προτεινόμενο αναλυτικό πλαίσιο μέσω της εξέτασης του αποσχιστικού κινήματος στη Δυτική Παπούα της Ινδονησίας.






Αντικείμενο και κεντρικό ερώτημα της μελέτης

Η παρούσα εργασία αποτελεί μια μελέτη της αποσχιστικής κινητοποίησης και συλλογικής δράσης. Η εμπειρική διερεύνηση της διαδικασίας της αποσχιστικής κινητοποίησης βασίζεται στη συγκριτική ανάλυση των αποσχιστικών κινημάτων δύο εθνοτικών ομάδων: των Παπούα της Ινδονησίας και των Ορόμο της Αιθιοπίας. Η ανάλυση του αποσχιστικού κινήματος των Παπούα χωρίζεται σε δύο φάσεις: κατά την πρώτη φάση η αποσχιστική κινητοποίηση είναι ένοπλη και κατά τη δεύτερη ειρηνική. Το αποσχιστικό κίνημα των Ορόμο παραμένει κατά βάση ένοπλο καθ’ όλη τη διάρκειά του. Έτσι, αν και οι περιπτώσεις είναι δύο, οι «παρατηρήσεις» (observations) ή «περιστάσεις» αποσχιστικής κινητοποίησης που προκύπτουν είναι τρεις. Ως προς το θεωρητικό πλαίσιο της εργασίας δύο είναι οι βασικές επιλογές που γίνονται: Πρώτον, η ανάλυση του ζητήματος της απόσχισης μέσω της σύνδεσής του με τις βιβλιογραφίες της εθνοτικής κινητοποίησης και του εθνικισμού. Δεύτερον, η υιοθέτηση ερμηνευτικών οπτικών και αναλυτικών εργαλείων από τη βιβλιογραφία των κοινωνικών κινημάτων και της συγκρουσιακής πολιτικής. Οι «κοινωνικοί μηχανισμοί» είναι το κύριο εργαλείο που χρησιμοποιούμε από το ερευνητικό πεδίο της συγκρουσιακής πολιτικής για τη μελέτη των δύο κινημάτων. Άρα, το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο βασιζόμαστε για τη συγκριτική εξέταση των αποσχιστικών κινημάτων αποτελεί συγκερασμό τεσσάρων επιμέρους βιβλιογραφιών: της απόσχισης, της εθνοτικής κινητοποίησης, του εθνικισμού και της συγκρουσιακής πολιτικής.
Το κεντρικό ερώτημα της εργασίας είναι πώς οι «μάζες» συνδέονται με τις ελίτ σε περιπτώσεις αποσχιστικών κινημάτων. H υπόθεση που διερευνάται είναι πως αυτή η διαδικασία σύνδεσης κατά κύριο λόγο αποτελείται – και άρα εξηγείται - από πέντε μηχανισμούς, οι οποίοι είναι μεταξύ αυτών που προτείνονται στο έργο Dynamics of Contention (DOC) των McAdam, Tarrow και Tilly. Οι μηχανισμοί αυτοί είναι οι εξής: συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών, ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων, γεφύρωση πλαισίων, κοινωνική ιδιοποίηση δομών και μεσιτεία. Το αρχικό ερευνητικό ενδιαφέρον, το οποίο εν συνεχεία εξειδικεύσαμε με τον τρόπο που αποτυπώνεται στο κεντρικό ερώτημα, είναι  το πώς γίνεται η μετάβαση στη συλλογική αποσχιστική δράση, στο πώς με άλλα λόγια εκδηλώνεται - αλλά και διατηρείται (sustained) – η συλλογική δράση με αίτημα την απόσχιση.

Ταξινομήσεις υπαρχουσών θεωριών: συνεισφορά και ελλείψεις

Μπορούμε να διακρίνουμε σε δύο κύριες ομάδες τις θεωρίες και προσεγγίσεις που άπτονται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο των αποσχιστικών κινημάτων. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τις «κλασικές» θεωρίες ή προσεγγίσεις του εθνικισμού, της εθνοτικής κινητοποίησης και της απόσχισης. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως η συμπερίληψη των δύο πρώτων βιβλιογραφιών (του εθνικισμού και της εθνοτικής κινητοποίησης) γίνεται διότι σπανίως τα αποσχιστικά κινήματα εξετάζονται ως αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο· συνήθως ερευνώνται ως εκφάνσεις ή υποφαινόμενα του ενός ή και των δύο παραπάνω φαινομένων. Άλλωστε, τα αποσχιστικά κινήματα υιοθετούν εξ ορισμού εθνικιστικούς στόχους (: δικαίωμα αυτοκυβέρνησης σε μια ορισμένη γεωγραφική επικράτεια) στο όνομα, συνήθως, μιας εθνοτικής ομάδας.

«Κλασικές» θεωρίες και προσεγγίσεις

Το μεγαλύτερο μέρος των κλασικών θεωριών και προσεγγίσεων καταλήγει στον εντοπισμό αναγκαίων δομικών συνθηκών της απόσχισης, στην ανάδειξη δηλαδή εκείνων των μακρο-ιστορικών διαδικασιών ή/και δομικών διευθετήσεων, που ευνοούν την εκδήλωση αποσχιστικών επιδιώξεων. Σε μικρότερο βαθμό έχουν εμφανιστεί προσεγγίσεις που δεν εστιάζουν στο μακρο-επίπεδο αλλά στο ατομικό επίπεδο· αυτές οι αναλύσεις τείνουν να εξηγούν την απόσχιση είτε στη βάση εθνοτικών/εθνικών ταυτίσεων (και των συναισθημάτων που αυτές τροφοδοτούν) είτε στη βάση ορθολογικών υπολογισμών. Και οι δύο αυτές εναλλακτικές εξηγήσεις, όμως, ουσιαστικά εντοπίζουν ατομικές προδιαθέσεις και συμπεριφορές που ευνοούν την υποστήριξη στον αποσχιστικό στόχο ή τη συμμετοχή στην αποσχιστική κινητοποίηση. Συμπερασματικά, μεγάλο μέρος των θεωριών εστιάζει στον εντοπισμό διαφορετικών τύπων αναγκαίων συνθηκών της αποσχιστικής κινητοποίησης. Στους δύο πίνακες που ακολουθούν, ταξινομούνται οι θεωρίες-προσεγγίσεις εθνικισμού και εθνοτικής κινητοποίησης, αντιστοίχως, και παρουσιάζονται συνοπτικά οι βασικές εξηγήσεις ή οι κύριοι παράγοντες που αναδεικνύουν σε μια σειρά από φαινόμενα και διαστάσεις που αφορούν την αποσχιστική συλλογική δράση.













πίνακας 1. ΘΕΩΡΙΕΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ

πίνακας 2. ΘΕΩΡΙΕΣ ΕΘΝΟΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ο πίνακας που ακολουθεί συνοψίζει τις κυριότερες από τις παραπάνω προσεγγίσεις του εθνικισμού και της εθνοτικής κινητοποίησης, εστιάζοντας αποκλειστικά στις προβλέψεις τους αναφορικά με την εκδήλωση αποσχιστικών κινημάτων· ταυτόχρονα, περιλαμβάνει και τις βασικότερες από τις ολιγάριθμες «άμεσες» θεωρίες και προσεγγίσεις της απόσχισης.

πίνακας 3. ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΧΙΣΗΣ
Θεωρίες και προσεγγίσεις
Αιτίες ή αναγκαίες συνθήκες της απόσχισης
Θεωρίες εθνικισμού

Αρχεγονισμός (Geertz)
πολιτισμική διαφορετικότητα
+
αρχεγονική δυσαρέσκεια
Μοντερνισμός

Hobsbawm
εθνοτικοί ανταγωνισμοί
+
περιφερειακές διαφορές
Gellner
πολιτισμική ιδιαιτερότητα
+
πολιτική καχεξία
+
εδαφική βάση
Hroch
κοινωνική κινητικότητα
+
κοινωνική επικοινωνία
+
συγκρούσεις συσχετισμένες με το έθνος
Nairn
άνιση ανάπτυξη
 +
κυριαρχία κέντρου
Εθνοσυμβολισμός (Smith)
κρατικές πολιτικές
+
διανομή πόρων και εθνοτικοί ανταγωνισμοί
+
εθνοτικό παρελθόν και ιντελιγκέντσια (πολιτικοποίηση δια της κουλτούρας)
Θεωρίες / προσεγγίσεις εθνοτικής κινητοποίησης

Αναπτυξιακές
υπανάπτυκτες περιφέρειες
+
εθνοτικά κατάλοιπα
Θεωρίες συγκρούσεων

Εσωτερικής αποικιοκρατίας (Hechter)
πολιτισμικά μειονοτικές
+
οικονομικά αδύναμες περιφέρειες
Εθνοτικού ανταγωνισμού (Olzak)
απόσπαση πόρων από το κράτος
+
ανεπτυγμένες περιφέρειες
Εθνοτικού υποεθνικισμού
αύξηση πόρων
+
συμφέροντα ελίτ

Ορθολογικής επιλογής

Rogowski
όφελος ανεξαρτησίας
+
στεγανοποιημένη κοινωνία
Επιτευξιμότητας (Collier και Hoeffler)
χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης χώρας
+
πλούσιοι φυσικοί πόροι
+
ορεινό έδαφος
Διλήμματος ασφαλείας
κρατική κατάρρευση
+
ανασφάλεια
+
εθνοτική αναδίπλωση
Διαφορικής μεταχείρισης (Gurr)
(ταυτότητα, κίνητρα, οργανωτική δομή, πολιτικές ευκαιρίες)
+
απώλεια αυτονομίας
Άμεσες θεωρίες / προσεγγίσεις απόσχισης

Horowitz
υπανάπτυκτη ομάδα
+
υπανάπτυκτη περιφέρεια
Heraclides
χωριστή κοινότητα / κοινωνία
+
 συμπαγής, απομακρυσμένη εδαφική βάση
+
υποκειμενική (πολιτική / πολιτισμική) ανισότητα
Sorens
ιδιαίτερη (γλωσσική / ιστορική) ταυτότητα
+
μεγάλος πληθυσμός και υψηλό εισόδημα περιφέρειας
+
απομακρυσμένη περιφέρεια
+
πολυκομματικό σύστημα
Hale
εθνοτική ταύτιση
+
υπολογισμοί κόστους/οφέλους
+
εθνοτικές διαφορές, κρατικές πολιτικές, συμφέροντα ελίτ και «μαζών», πολιτικό status περιφέρειας

Παρά τις διαφορές των παραπάνω θεωρητικών μοντέλων και προσεγγίσεων, μπορεί κανείς να υποδείξει κάποιες κύριες θέσεις στις οποίες κατατείνουν και οποίες προδιαγράφουν μια θεωρητική βάση για τη μελέτη των αποσχιστικών κινημάτων:
1.   Τα αποσχιστικά κινήματα, όπως και εν γένει η συλλογική δράση στο όνομα εθνοτικών ομάδων, δεν αποτελεί αταβιστικό φαινόμενο, αλλά αντιθέτως ένδειξη της μαζικοποίησης της πολιτικής που συνεπιφέρουν οι διαδικασίες της νεωτερικότητας.
2.   Οι κύριοι δρώντες που πρωτοστατούν στα αρχικά στάδια των εθνικιστικών και εθνοτικών κινημάτων και άρα και των αποσχιστικών κινημάτων ειδικότερα είναι συγκεκριμένα τμήματα των «ελίτ»: «ιντελιγκέντσια», «διανοούμενοι», «επαγγελματίες». Για να αποκτήσουν όμως πολιτική εμβέλεια και να καταστούν αξιόμαχα απαιτείται η συμμετοχή ευρύτερων, «λαϊκών» στρωμάτων.
3.   Ως προς την αιτιολογία των αποσχιστικών κινημάτων, σημαντικές αναγκαίες συνθήκες φαίνεται να είναι α) η ύπαρξη ή η ευχέρεια οριοθέτησης μιας εδαφικής βάσης (πρόσθετοι ενισχυτικοί παράγοντες είναι ο απομακρυσμένος χαρακτήρας της περιοχής από το κέντρο, ο ορεινός χαρακτήρας της και ο φυσικός πλούτος της), β) η σύνδεση αυτής της περιοχής με μια διακριτή πολιτισμική/εθνοτική ομάδα (συνήθως μειονότητα), και γ) η πολιτική ή/και οικονομική ιδιαιτερότητα της περιοχής (συνήθως πρόκειται για πολιτικά ή/και οικονομικά περιθωριοποιημένες περιοχές, περιοχές με ιστορία πολιτικής αυτονομίας, αλλά και περιοχές σημαντικά πλουσιότερες από τον εθνικό μέσο όρο). Με άλλα λόγια, φαίνεται αναγκαία η σύμπτωση πολλαπλών διαιρετικών τομών (εδαφικών, πολιτισμικών, πολιτικών ή/και οικονομικών).
Παρά λοιπόν την καθοριστική συμβολή των «κλασικών» θεωριών στην κατανόηση σημαντικών πτυχών του αποσχιστικού φαινομένου, η προσήλωση στον προσδιορισμό αναγκαίων συνθηκών είχε ως συνέπεια να παραμείνουν εν πολλοίς αφανείς οι διεργασίες που συντελούνταν στο ενδιάμεσο επίπεδο, μεταξύ δομών και ατόμων, στο επίπεδο δηλαδή της συλλογικής δράσης: πώς ακριβώς εκδηλώνεται αποσχιστική κινητοποίηση, δηλαδή ποιοι παράγοντες ή/και διεργασίες συνέδραμαν κοινωνικούς μετασχηματισμούς/δομές/κουλτούρες (απ’ τη μία) και ταυτότητες/συμφέροντα απ’ την άλλη, με τον τρόπο που να οδηγούν στην εκδήλωση πολιτικού αγώνα με στόχο την απόσχιση και πώς ακριβώς αυτός διεξάγεται;

Νεότερες προσεγγίσεις: ο ρόλος της κοινωνικής δράσης

Σε τέτοια και παρεμφερή ερωτήματα – τα οποία προσανατολίζουν σε περισσότερο αλληλεπιδραστικές κατανοήσεις του ζητήματος δομής-δράσης - έχουν δοθεί μια κάποιες απαντήσεις, οι οποίες συγκροτούν ένα σώμα νεότερων προσεγγίσεων. Οι «απαντήσεις» αυτές δεν έχουν συνήθως τον χαρακτήρα ολικών εξηγήσεων της αποσχιστικής, εθνικιστικής και εθνοτικής δράσης, αλλά αναδεικνύουν παράγοντες ή συνδυασμό παραγόντων που κρίνονται ως οι πλέον σημαντικοί. Τέτοιοι παράγοντες, οι οποίοι θεωρούνται κρίσιμοι διαμεσολαβητές ή πυροκροτητές για την εκδήλωση της συλλογικής δράσης, είναι οι εθνικές/εθνοτικές ταυτότητες, οι εθνικιστικές ιδεολογίες και τα εθνοτικά ερμηνευτικά πλαίσια, τα  συναισθήματα και τα θεσμικά πλαίσια. Η πιο σημαντική απάντηση ή, για την ακρίβεια, ομάδα απαντήσεων (και αυτή στην οποία υπάγεται ο μεγαλύτερος αριθμός μελετών) είναι αυτή που τονίζει τη σημασία της κοινωνικής δράσης (social agency) για την εκδήλωση της εθνικιστικής-εθνοτικής συλλογική δράσης. Για την ακρίβεια, οι υπόλοιπες «απαντήσεις» (ταυτότητες, ιδεολογίες, κλπ), σπανιότερα αρθρώνονται αυτόνομα και συχνότερα εντάσσονται στα πλαίσια των μελετών που εστιάζουν στα συμφέροντα και τις πρακτικές των διαφόρων δρώντων.
Πριν προχωρήσουμε στη διάκριση τριών διαφορετικών ρευμάτων εντός αυτής της ομάδας απαντήσεων, πρέπει να αναφέρουμε την παρατήρηση των Fearon και Laitin (στο άρθρο των οποίων «Violence and the Social Construction of Ethnic Identity» βασιστήκαμε σημαντικά για την ταξινόμηση των προσεγγίσεων που αναφερόμαστε εδώ, αλλά και για τη διατύπωση του κεντρικού εωτήματος) πως ρητή ή σιωπηρή παραδοχή των προσεγγίσεων και αναλύσεων που αναδεικνύουν την προτεραιότητα των διεργασιών μεταξύ συλλογικών δρώντων είναι πως η εκδήλωση της εθνικιστικής, εθνοτικής και αποσχιστικής συλλογικής κινητοποίησης απαραίτητα περιλαμβάνει τη σύνδεση και τη συντονισμένη δράση μεταξύ κάποιων τμημάτων των ελίτ και των «μαζών» (Fearon και Laitin, 2000α, σ.868). Με άλλα λόγια,  η σύνδεση ελίτ-«μαζών» σε συντονισμένη δράση αποτελεί την κεντρική διαδικασία τέτοιων μορφών κινητοποίησης (αν και προφανώς δεν εξηγεί όλες τις διαστάσεις του φαινομένου). Οι McAdam, Tarrow και Tilly στο DOC συμμερίζονται την ανάγκη μελέτης των αλληλεπιδράσεων μεταξύ ελίτ και «μαζών» σε περιπτώσεις συγκρουσιακής δράσης· όπως δηλώνουν, υπάρχει «ένας  αξεδιάλυτος δεσμός» και μια «αμοιβαία» σχέση μεταξύ της διεκδικητικής δράσης των ελίτ και αυτής των μαζών (2001, σ.208, έμφαση δική μου). Δύο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που κάνουν επ’ αυτού του ζητήματος είναι: Πρώτον, πως στις περισσότερες περιπτώσεις οι λαϊκές δράσεις εκδηλώνονται μετά την ανάδυση διεκδικήσεων από τις ελίτ (κάτι που επιβεβαιώνεται και από πολλές μελέτες του εθνικισμού).  Δεύτερον, πως η ένταση του  - κατά τα άλλα «πανταχού παρόντος» - δεσμού μεταξύ ελίτ και λαϊκών διεκδικήσεων ποικίλλει ανάλογα με το καθεστώς· τείνει, πάντως, να είναι μεγαλύτερη σε «ισχυρά» και σε μη δημοκρατικά καθεστώτα, κατηγορίες στις οποίες  μπορούν να ενταχθούν τόσο η Ινδονησία όσο και η Αιθιοπία (McAdam et al, 2001, σ.208). Η σημασία της συστράτευσης ελίτ και ηγεσιών με τμήματα των λαϊκών στρωμάτων είναι, φυσικά, κομβική για την εκδήλωση αξιόμαχης και αξιόπιστης, κυριολεκτικά συλλογικής, δράσης: μια από τις βασικές προκλήσεις των κινηματικών οργανώσεων είναι  «να μετατρέψουν τους συμπαθούντες σε ενεργούς δρώντες» (Σεφεριάδης, 2010, σ.12)· χωρίς την κινητοποίηση των «προηγουμένως ανοργάνωτων ή απολιτικών τμημάτων του πληθυσμού» οι συλλογικές δράσεις δεν μπορούν να φτάσουν την κλίμακα των μαζικών κινημάτων, των επαναστάσεων, των εξεγέρσεων ή των «εθνικιστικών ξεσηκωμών» (McAdam et al, 2001, σ.102). Ταυτόχρονα, όμως, η συμμετοχή ικανού τμήματος των ελίτ σε συγκρουσιακά φαινόμενα όπως οι επαναστάσεις έχει αποδειχτεί εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία τους. Η σύμπραξη αυτή μεταξύ κάποιου τμήματος των ελίτ («περιθωριακών», μορφωμένων ή/και γραφειοκρατικών) και μεγάλου μέρους των – αγροτικών κυρίως – «μαζών» έχει υποδειχθεί από διάφορες θεωρίες επανάστασης ως κρίσιμος παράγοντας (π.χ. Goldstone, 1980, σ.437-8, 448-50, Skocpol, 1976, σ.178, 192, 202, 209, Wickman-Crowley, 1994, σ.544-5). Παρομοίως, σύμφωνα με τον With (1987, σ.25, 29, 33) τα επιτυχημένα «απελευθερωτικά κινήματα» βασίζονται στη συμμαχία μεσαίων στρωμάτων και αγροτικών μαζών. Η σημασία των αγροτικών στρωμάτων συνδέεται και με τη μορφή αγώνα των περισσότερων ένοπλων αποσχιστικών κινημάτων (όπως των Ορόμο και της πρώτης φάσης του κινήματος των Παπούα), δηλαδή της ένοπλης εξέγερσης (insurgency) με τακτικές ανταρτοπολέμου. Ο Tom Nairn (1998, σ.107) σημειώνει πως οι περισσότερες εθνικιστικές συγκρούσεις εμφανίζονται σε περιβάλλοντα με κυρίαρχο αγροτικό χαρακτήρα, ενώ ο Hroch (1996, σ.45) επισημαίνει τη σημασία που έπαιξαν οι αγροτικοί πληθυσμοί στη μαζικοποίηση των εθνικών κινημάτων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Άρα, με βάση και τα όσα αναφέραμε προηγουμένως σχετικά με το ερώτημα του «ποιες είναι οι ελίτ», μπορεί να διατυπώσει κανείς την υπόθεση πως η απαραίτητη και στα αποσχιστικά κινήματα σύνδεση και σύμπραξη ελίτ και «μαζών» (π.χ. McKenna, 1996, σ.231, With, 1987, σ.33), προσλαμβάνει έναν ειδικότερο χαρακτήρα: τη σύνδεση μορφωμένων, δυσαρεστημένων ελίτ και αγροτικών μαζών. Αυτή η υπόθεση φαίνεται, όπως θα δούμε, να επιβεβαιώνεται τόσο στην περίπτωση του κινήματος των Παπούα όσο και των Ορόμο.
  Εξειδικεύοντας αυτή την παρατήρηση/παραδοχή στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, θεωρούμε πως ο συλλογικός χαρακτήρας των αποσχιστικών κινημάτων αναφέρεται ακριβώς στην πολυδιάστατη σύνδεση της δράσης των ελίτ με αυτή των μαζών· πιο απλά, η «μαζικοποίηση» των κινημάτων, το ότι η αποσχιστική δράση γίνεται συλλογική, ισοδυναμεί στα πλαίσια της εργασίας με τη δημιουργία σχετικά ισχυρών και σταθερών δεσμών μεταξύ τμημάτων των ελίτ και μαζών. Ο υποδηλωτικός  ορισμός δηλαδή που δίνουμε στη συλλογική δράση ή κινητοποίηση είναι η παρατεταμένη σύνδεση ελίτ και μαζών και ο συντονισμός τους σε από κοινού διεκδικητική δράση. Η επιλογή αυτού του ορισμού εξηγεί τη διατύπωση του κεντρικού ερωτήματος.
Τα τρία ρεύματα που μπορεί να διακρίνει κανείς εντός των «προσεγγίσεων κοινωνικής δράσης» είναι τα εξής:

1.   Το πρώτο – και ίσως λιγότερο σημαντικό σε σχέση με τα άλλα δύο – ρεύμα εξηγεί την εκδήλωση εθνικιστικής και εθνοτικής κινητοποίησης ως αποτέλεσμα της δράσης (συχνά βίαιης) των «μαζών», δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, ως παράγωγο του «καθημερινού αρχεγονισμού» και της πολιτικής διαμφισβήτησης που αναπτύσσεται σε συνθήκες ασαφών ή ρευστών εθνοτικών και γεωγραφικών ορίων· οι ελίτ, δε διαδραματίζουν πρωτεύοντα και ενορχηστρωτικό  ρόλο, αλλά ακολουθούν σε ορισμένες περιπτώσεις την πορεία των εξελίξεων (Fearon και Laitin, 2000α, σ.855-7, 872-3). Αυτές οι αναλύσεις, πάντως, εστιάζονται κυρίως σε περιπτώσεις μαζικής, «οριζόντιας» εθνοτικής βίας (βίας μεταξύ μελών διαφορετικών εθνοτικών ομάδων) και σπανιότερα σε περιπτώσεις «κάθετων» εθνοτικών συγκρούσεων (συγκρούσεων μεταξύ μελών μιας μειονοτικής εθνοτικής ομάδας και της κεντρικής κυβέρνησης, η οποία ελέγχεται από την κυρίαρχη/τις κυρίαρχες εθνοτικές ομάδες)· τα αποσχιστικά κινήματα αποτελούν (στη μεγάλη τους πλειονότητα) υποκατηγορία των κάθετων εθνοτικών συγκρούσεων.

2.   Το δεύτερο  ρεύμα, στο οποίο συγκεντρώνεται μάλλον μεγαλύτερος αριθμός μελετών σε σχέση με τα άλλα δύο, αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο των ελίτ, επισημαίνοντας συγκεκριμένα πως στα πλαίσια της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ διαφόρων τμημάτων των ελίτ καθίσταται συχνά αναγκαίο γι’ αυτές να προσεταιριστούν τμήματα των ευρύτερων στρωμάτων (κερδίζοντας έτσι πολιτική στήριξη και νομιμοποίηση), ώστε να αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα (Brass, 1991, σ.293, Fearon και Laitin, 2000α, σ.853, Gagnon, 1996, Lecours, 2000, σ.119, Motyl, 1992, σ.321). Το επιχείρημα αυτών των αναλύσεων είναι πως οι ελίτ, λόγω της εξ ορισμού υπέρτερης ισχύος ή/και της οικονομικής τους δύναμης και εν γένει λόγω της επιρροής που διαθέτουν, καταφέρνουν να ενεργοποιήσουν τις «μάζες» σε κινητοποίηση (εθνικιστική, εθνοτική ή αποσχιστική) με σκοπό την εξυπηρέτηση των στοχεύσεων και συμφερόντων τους· οι «μάζες», δηλαδή, ακολουθούν τις ελίτ. Σε περιπτώσεις ομάδων χωρίς κράτος, που μας ενδιαφέρει εδώ, οι ανταγωνισμοί των ελίτ που οδηγούν στην εθνικιστική και εθνοτική κινητοποίηση λαμβάνουν δύο μορφές: Στην πρώτη, οι ανταγωνισμοί διαφορετικών ελίτ στο εσωτερικό μιας ομάδας  (τη στιγμή που υφίσταται ένα επίπεδο ανταγωνισμού με μια άλλη εθνοτική ομάδα) μπορεί να οδηγήσει σε κλιμακούμενη εθνοτική/εθνικιστική «πλειοδοσία» (ethnic outbidding), η οποία απομονώνει τους «μετριοπαθείς» και οδηγεί στη συλλογική κινητοποίηση (Gagnon, 1996). Στη δεύτερη μορφή, οι ανταγωνισμοί μεταξύ «τοπικών» και κεντρικών ελίτ και η δυσαρέσκεια των πρώτων μπορεί να τις οδηγήσουν στη διατύπωση αποσχιστικών (μεταξύ άλλων επιλογών) αιτημάτων. Οι αναλύσεις αυτές αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των «εργαλειακών» προσεγγίσεων των εθνοτικών ταυτοτήτων και των εθνοτικών συγκρούσεων (σε διάκριση από τις «αρχεγονικές» και τις «κονστρουκτιβιστικές» προσεγγίσεις) και πολύ συχνά αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως προσεγγίσεις «χειραγώγησης από τις ελίτ» (elite manipulation), αν και ο όρος δεν περιγράφει ακριβώς όλες τις αναλύσεις που δίνουν έμφαση στο ρόλο των ελίτ. Η παρουσίαση των αναλύσεων του δεύτερου ρεύματος μας δίνει την ευκαιρία να διερευνήσουμε το ποιες είναι και τι κάνουν ακριβώς οι ελίτ, ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε και στο πώς συνδέονται με τις μάζες (σύμφωνα με αυτές τις αναλύσεις)· αυτή η διερεύνηση, επιπλέον, θα καταστήσει περισσότερο σαφές το εναλλακτικό αναλυτικό πλαίσιο που υιοθετούμε.
·        Ποιες είναι οι ελίτ;               Οι διάφορες «θεωρίες ελίτ» και άλλες μελέτες στο πεδίο της πολιτικής επιστήμης έχουν καταγράψει διάφορους τύπους ελίτ· χωρίς να υπεισέλθουμε στις επιμέρους ταξινομήσεις μπορούμε να απαριθμήσουμε εδώ τις διάφορες κατηγορίες ελίτ που έχουν καταγραφεί: πολιτικές, κυβερνητικές, επιχειρηματικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές, συνδικαλιστικές, πνευματικές (διανοούμενοι) (Burton και Highley, 1987, σ.296). Σύμφωνα με τον Lecours (2000, σ.124, υποσημ.58), δύο είναι οι κυριότερες απόψεις για το που οφείλουν οι ελίτ την επίδρασή τους: η πρώτη τονίζει την κοινωνική θέση και η δεύτερη τον έλεγχο επίσημων οργανισμών.
Αυτές οι «κλασικές» κατανοήσεις των ελίτ, πάντως, δεν συνάδουν απόλυτα με το είδος των ελίτ που περιγράφουν πολλές μελέτες του εθνικισμού και των εθνοτικών συγκρούσεων. Ειδικότερα όσον αφορά τα εθνικιστικά και εθνοτικά κινήματα, η έννοια των ελίτ σπάνια παραπέμπει σε μια ιθύνουσα τάξη, από τη στιγμή που η μεγάλη τους πλειοψηφία εκδηλώνεται από μειοψηφικές και υπεξούσιες ομάδες. Η διάκριση, λοιπόν, σε κρατικές και μη-κρατικές ελίτ, που αναφέρει ο Coakley (2004, σ.535) – και η οποία σχετίζεται με τη διάκριση σε άρχουσα και μη άρχουσα ελίτ του Pareto (Lecours, 2000, σ.124, υποσημ.58) – είναι χρήσιμη σε τέτοιες περιπτώσεις. Πέρα από τις παραπάνω παρατηρήσεις μπορούμε να αναφερθούμε σε επιμέρους κατηγορίες «ελίτ» που καταγράφονται σε περιπτώσεις εθνικιστικών, εθνοτικών και αποσχιστικών κινημάτων. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι οι «διανοούμενοι» («πολιτισμική ιντελιγκέντσια», «πολιτισμική ελίτ»), οι οποίοι θεωρούνται οι διαμορφωτές του εθνικιστικών στόχων και οι προπομποί των εθνικιστικών κινημάτων (ιδιαίτερα στην Ευρώπη), και οι «επαγγελματίες», οι μεσαία τάξη δηλαδή εμπόρων, κρατικών λειτουργών, δικηγόρων, δασκάλων, κλπ, οι οποίοι αναλαμβάνουν το εγχείρημα πολιτικής καθοδήγησης και οργάνωσης του κινήματος. Οι τελευταίοι μπορούν να θεωρηθούν ως «ελίτ», καθώς αποτελούν μια μικρή μειοψηφία τόσα κατά τα πρώιμα ευρωπαϊκά εθνικιστικά κινήματα όσο και στα σύγχρονα εθνοτικά και αποσχιστικά κινήματα των μετααποικιακών κρατών του Νότου. Άλλες κατηγορίες, ελίτ που έχουν επισημανθεί στη βιβλιογραφία του εθνικισμόύ και των εθνοτικών κινημάτων είναι οι «παραδοσιακές» ελίτ (οι οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο στα αποσχιστικά κινήματα που εξετάζει η εργασία), οι εθνοτικοί «εργολάβοι» (entrepreneurs), οι οποίοι αποτελούν ένα είδος «κοινοτικών ηγετών», καθώς και οι «περιθωριακές ελίτ» ή η «αποξενωμένη ιντελιγκέντσια» (Skocpol, 1976, σ. 202-4), μια κατηγορία που την χαρακτηρίζει ένας συνδυασμός σχετικά υψηλής μόρφωσης και δυσανάλογα χαμηλής επαγγελματικής και κοινωνικής θέσης ή/και πολιτικής ισχύος, συνθήκη που τείνει να παράγει αισθήματα δυσαρέσκειας. Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η έννοια των «ελίτ» σε περιπτώσεις εθνικιστικών/εθνοτικών κινημάτων παραπέμπει συχνά σε εκείνη της «ηγεσίας»: οι ηγεσίες τέτοιων κινημάτων προέρχονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τις διάφορες κατηγορίες ελίτ και ταυτόχρονα οι ηγεσίες αυτές, ιδιαίτερα όταν είναι νομιμοποιημένες, αποτελούν τη (νέα) ελίτ των εθνικών ή εθνοτικών ομάδων. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις μπορούμε να υιοθετήσουμε τον ορισμό του Brass ως τον πλέον πρόσφορο  - αν και κάπως «εργαλειακό» - για την περίπτωση της εθνικιστικής, εθνοτικής και αποσχιστικής κινητοποίησης. Σύμφωνα με τον Brass (1991, σ.258-9)
οι ελίτ ορίζονται ως τμήματα της ηγεσίας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και status, οι ενέργειες των οποίων είναι κρίσιμες για τον καθορισμό του αν κατηγορικές ομάδες όπως οι τάξεις και οι εθνοτικές κοινότητες θα κινητοποιηθούν για πολιτικούς σκοπούς ή όχι.

·        Τι κάνουν ο ελίτ;       Μπορούμε να υιοθετήσουμε τη διάκριση που κάνει ο Whitmeyer (2002, σ.333) μεταξύ έμμεσης και άμεσης επίδρασης των ελίτ στην εκδήλωση μαζικών εθνικιστικών κινημάτων. Η έμμεση επίδραση αναφέρεται κυρίως στον ρόλο των ελίτ στην κατασκευή ή αναδιαμόρφωση και τη διάχυση εθνικών και εθνοτικών ταυτοτήτων. Ως προς την άμεση επίδραση των ελίτ, ένα πρώτο σκέλος της είναι ο προσδιορισμός «εθνικών» ή «εθνοτικών» συμφερόντων, διαδικασία που μπορεί να θεωρηθεί και ως πολιτικοποίηση των αντίστοιχων ταυτοτήτων (Lecours, 2000, σ.118-9). Ένα δεύτερο σκέλος της άμεσης επίδρασης των ελίτ είναι ότι δημιουργούν τις ευκαιρίες για τη μαζική εκδήλωση του εθνικισμού. Το τρίτο σκέλος της άμεσης επίδρασης αφορά τον οργανωτικό και πολιτικό πυρήνα της συλλογικής δράσης: οι ελίτ παρέχουν (ή ενισχύουν ήδη υφιστάμενα) οργανωτικά οχήματα για τη διενέργεια της συλλογικής δράσης (Whitmeyer, 2002, σ.333), ενώ όπως όλοι οι πολιτικοί «εργολάβοι» (entrepreneurs), σε περιπτώσεις συγκρουσιακής δράσης (McAdam et al, 2001, σ.142, Tilly, 2003α, σ.34, 110) επιχειρούν να συμπήξουν συμμαχίες, να συντονίσουν τη δράση και να κατοχυρώσουν το δικαίωμα να μιλούν εξ ονόματος της ομάδας. Με άλλα λόγια, οι ελίτ επιχειρούν να ελέγξουν και να ηγηθούν των κινηματικών οργανώσεων.

·        Γιατί οι «μάζες ακολουθούν τις ελίτ»;       Αποτελεί κοινό τόπο πως για να διεκδικηθεί αξιόπιστα ο στόχος της κινητοποίησης είναι απαραίτητος ο μαζικός χαρακτήρας της, η ενεργή συμμετοχή δηλαδή σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού, ή έστω η ευρεία υποστήριξη στον στόχο που θέτει (Ragin, 1986, σ.204)· αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα εθνικιστικά κινήματα, συμπεριλαμβανομένων των αποσχιστικών, τα οποία, θέτοντας τον στόχο της αυτοκυβέρνηση, έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την εκάστοτε κυβέρνηση.  Το ερώτημα που ανακύπτει, λοιπόν, είναι γιατί οι μάζες να ακολουθήσουν τις ελίτ· πρέπει, με άλλα λόγια, να εξηγηθεί γιατί οι «μάζες» «πληρώνουν υπερβολικό κόστος για να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα ισχύος των ελίτ» (Fearon και Laitin, 2000α, σ.868). Με άξονα το άρθρο των Fearon και Laitin θα αναφέρουμε τις κυριότερες απαντήσεις που έχουν δοθεί σε αυτό το ερώτημα, προσθέτοντας ορισμένες επιπλέον. Μια πρώτη εξήγηση τονίζει τον ρόλο της ιδεολογίας και των συμβόλων του εθνικισμού. Τέτοιες αναλύσεις θεωρούν ότι οι ελίτ μέσω του εθνικού ή εθνοτικού ιδιώματος ενεργοποιούν πολιτισμικούς δεσμούς και έντονα συναισθήματα, και εν τέλει κατορθώνουν να κινητοποιήσουν τμήματα του ευρύτερου πληθυσμού αποσιωπώντας τα δικά τους συμφέροντα. Η δεύτερη εξήγηση που καταγράφουν οι Fearon και Laitin είναι αρκετά συναφής με την πρώτη, καθώς εστιάζει στη «χειραγώγηση λογικών φόβων» μέσα από τον (εθνοκεντρικό) λόγο και τις πλαισιώσεις των ελίτ. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή ανάλυσης, οι ελίτ μπορεί να μην κατασκευάζουν μια νέα απειλή εκ του μηδενός, αλλά διογκώνουν τεχνηέντως μια προϋπάρχουσα, ενισχύοντας τα συναισθήματα φόβου και οδηγώντας έτσι πολλούς να στοιχηθούν μαζί τους σε συλλογική δράση (συχνά με τη μορφή βίας έναντι μιας άλλης ομάδας). Μια τρίτη εξήγηση αποδίδει την επιτυχία των ελίτ να κινητοποιήσουν ευρύτερα στρώματα σε εθνικιστική ή εθνοτική συλλογική δράση που εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους στην εκμετάλλευση από την πλευρά τους των δυνατοτήτων που τους παρέχουν οι διάφορων ειδών θεσμοί. Οι αναλύσεις αυτές θεωρούν πως τα θεσμικά πλαίσια διαμορφώνουν τους όρους και τον κεντρικό χαρακτήρα των ανταγωνισμών μεταξύ ελίτ· σε κάποιες περιπτώσεις ευνοούν την «εθνοτικοποίηση» των πολιτικών ανταγωνισμών. Αυτό σημαίνει ότι οι ελίτ έχουν στη διάθεσή τους θεσμικούς πόρους (δομές, όργανα, σύμβολα) που τους βοηθούν όχι μόνο να συγκροτήσουν ή να ενισχύσουν τις εθνοτικές ταυτότητες, αλλά και να κινητοποιήσουν πολιτικά ευρύτερα στρώματα. Μια τέταρτη εξήγηση που καταγράφουν οι Fearon και Laitin (2000α, σ.868-72), είναι εκείνες οι αναλύσεις που εστιάζουν στο πώς οι πολιτικές ή άλλου χαρακτήρα συγκρούσεις κωδικοποιούνται και ερμηνεύονται από τις ελίτ ως εθνικές/εθνοτικές. Η εκ των υστέρων πλαισίωση ετερόκλητων συγκρούσεων με εθνοτικούς όρους και εθνοκεντρικές αφηγήσεις  έχει ως αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, την κλιμάκωσή τους και εντέλει τη μετεξέλιξή τους σε «πραγματικές» εθνοτικές συγκρούσεις. Αυτή η διαδικασία της «εθνοτικοποίησης» των πολιτικών ανταγωνισμών έχει υποδειχθεί από διάφορους μελετητές ως εντεινόμενη κατά τη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο, στα πλαίσια της κρατικής αποδυνάμωσης και της εξασθένησης  του ιδεολογικού δίπολου δεξιά-αριστερά (Brubaker και Laitin, 1998, σ.424, 443-4, Fenton, 2004, σ.180-82, Guibernau, 1996, σ.127). Κάποιες άλλες πιθανές εξηγήσεις του γιατί οι μάζες ακολουθούν τις ελίτ είναι τα κοινά συμφέροντα ή προτιμήσεις (Kalyvas, 2003, σ.486, Motyl, 1992, σ.321), η ύπαρξη ισχυρών, συγκεντρωτικών οργανώσεων (Kalyvas, 2003, σ.486) ή η διαθεσιμότητα συνεκτικών και πυκνών δικτύων (Gorenburg, 2003, σ.15-6), η δυνατότητα παροχής από την πλευρά των ελίτ «επιλεκτικών κινήτρων» ή ανταμοιβών, υλικών και μη (Gorenburg, 2003, σ.15). Ο Μαραντζίδης (2001, σ.30-31) αναφέρεται παρομοίως στον βαθμό συνοχής και οργάνωσης της ομάδας, αλλά και στις ιστορικά διαμορφωμένες σχέσεις ελίτ και μαζών, τη σοβαρότητα ή κρισιμότητα ενός ζητήματος, την ύπαρξη σχέσεων εμπιστοσύνης και τις σχέσεις πατρωνίας ως πιθανούς παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν γιατί κάποιες ελίτ (και όχι όλες) μπορούν να εκπροσωπήσουν και να κινητοποιήσουν ευρύτερα στρώματα.

·   «Χειραγώγηση από τις ελίτ» και κριτική             Οι αναλύσεις που αναδεικνύουν τις επιδιώξεις ισχύος και τα συμφέροντα των ελίτ  ομαδοποιούνται συχνά ως προσεγγίσεις «χειραγώγησης από τις ελίτ» (elite manipulation). Μια τέτοια ομαδοποίηση δεν είναι ακριβής, καθώς, όπως είδαμε, υπάρχουν αναλύσεις που αναδεικνύουν μεν ως κυριότερο τον ρόλο των ελίτ, χωρίς όμως να παραπέμπουν σε χειραγώγηση (π.χ. οι αναλύσεις που εστιάζουν στην εκ των άνω «εθνοτικοποίηση» των πολιτικών ανταγωνισμών). Αλλά, ακόμα και μεταξύ εκείνων των αναλύσεων που μιλούν ή υπονοούν σαφώς για πρακτικές χειραγώγησης υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Με βάση τις παρατηρήσεις των Ο’Leary και Moore μπορούμε να διακρίνουμε σε δύο εκδοχές προσεγγίσεων «χειραγώγησης» αναφορικά με το εθνικιστικό και εθνοτικό φαινόμενο. Στην πρώτη, «ήπια» εκδοχή, οι ελίτ «χρώνται και καταχρώνται» τις εθνικές/εθνοτικές ταυτότητες και τις απορρέουσες αντιλήψεις των «μαζών» με τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους (Moore, 2001, σ,12, Ο’Leary, 2001, σ.40).  Στη δεύτερη, πιο «σκληρή» εκδοχή, οι ελίτ δεν εκμεταλλεύονται απλά τις διαμορφωμένες εθνικές και εθνοτικές ταυτότητες προς όφελός τους, αλλά τις κατασκευάζουν επί τούτου· η εκδοχή αυτή παραπέμπει στην κατανόηση των εθνοτικών ταυτοτήτων ως εκφάνσεων «ψευδούς συνείδησης» (Ο’Leary, 2001, σ.40).
Έχει ασκηθεί εκτεταμένη κριτική στις αναλύσεις «χειραγώγησης από τις ελίτ», ειδικά στην πιο «σκληρή» εκδοχή τους. Ως προς τις οντολογικές παραδοχές που εμπεριέχει αυτή η εξήγηση, μπορούμε να παρατηρήσουμε: Πρώτον, πως η ανάγκη για διερεύνηση και αναγνώριση των εξουσιαστικών διευθετήσεων και της άνισης κατανομής ισχύος, αναγνώριση που συνεπάγεται την αποδοχή των αυξημένων δυνατοτήτων των ελίτ για προώθηση των συμφερόντων τους, δεν θα πρέπει να διολισθαίνει σε μια ρητή ή σιωπηρή διάκριση των συμφερόντων σε «πραγματικά» και «ψευδή». Δεύτερον, η  θέαση της κοινωνίας «ως διαιρεμένης μεταξύ εξουσιαστικών ελίτ και υποτελών μαζών», τα συμφέροντα των οποίων συστηματικά αγνοούνται, είναι υπερβολικά απλοϊκή (Hossay, 2001, σ.177). Ως προς την επεξηγηματική ισχύ και τις αναλυτικές προεκτάσεις τους, οι αναλύσεις αυτές έχουν καταρχήν επικριθεί αναφορικά με την έκταση, τα όρια και την επιτυχία της χειραγώγησης που ασκούν οι ελίτ. Διάφοροι μελετητές έχουν υποδείξει ότι η επιτυχία της απόπειρας των ελίτ να πυροδοτήσουν εθνικιστικά «πάθη» και εθνοτικές συγκρούσεις δεν είναι αυτονόητη· ότι με άλλα λόγια υπάρχουν πολλές αποτυχημένες περιπτώσεις χειραγώγησης και πως η διακύμανση αυτή δεν αιτιολογείται πειστικά – ή δεν προβληματοποιείται καν – από τις σχετικές αναλύσεις. Δεύτερον, οι αναλύσεις περί χειραγώγησης εγκαλούνται ότι παραβλέπουν την ισότιμη και αλληλεπιδραστική σχέση συμφερόντων και εθνικών/εθνοτικών ταυτοτήτων, καθώς και τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους αυτοί οι παράγοντες διαμορφώνουν τη δράση ελίτ και «μαζών». Τις αναλύσεις αυτές διατρέχει η άρρητη παραδοχή πως οι «ελίτ» έχουν μόνο συμφέροντα, αλλά όχι ταυτότητες, και αντιστρόφως πως οι «μάζες» κινητοποιούνται αποκλειστικά στη βάση ταυτοτήτων και συναισθημάτων, αλλά ποτέ στη βάση πολιτικών σχεδιασμών και στοχεύσεων. Οι κριτικές αυτές, τις οποίες συμμερίζεται η εργασία, τονίζουν την ανάγκη οι σχέσεις μεταξύ ελίτ και μαζών να κατανοούνται ως αλληλεπιδράσεις, χωρίς φυσικά να αρνούνται την υπέρτερη ισχύ των πρώτων στα πλαίσια σύνθετων διευθετήσεων ισχύος· στα πλαίσια των αλληλεπιδράσεων αυτών η χειραγώγηση παραμένει ασφαλώς μια πιθανότητα, αλλά δεν μπορεί εκ των προτέρων να θεωρείται αυτονόητη (Brubaker, 1998, σ.289-292, Csergo, 2008, σ.397, Fox, 2006, σ.218-9, Githens-Mazer, 2008, σ.42, 45, Gorenburg, 2003, σ.2,4, Kalyvas, 2003, σ.481-2, Kasfir, 1979, σ.375-7, Keating και McGarry, 2001, σ.6, Moore, 2001, σ.11-14, Newman, 1991, σ.452, OLeary, 2001, σ.40, Petersen, 2002, σ.496-7, Smith, 2001, σ.57-8, Stroschein, 2011, σ.5, 25, Van den Bossche, 2003, σ.496-7, 505, Whitmeyer, 2002, σ.333, 337).
Γενικότερα όσον αφορά το ρεύμα των προσεγγίσεων των ελίτ, στη συνεισφορά τους, μπορούν να πιστωθούν τα εξής: Πρώτον, μετέθεσαν την αναλυτική εστίαση από τον εντοπισμό αναγκαίων συνθηκών στη διερεύνηση του πώς εκδηλώνεται η εθνικιστική και εθνοτική συλλογική δράση και το πώς παράγονται και αναπαράγονται οι εθνοτικές ταυτότητες. Δεύτερον, οι αναλύσεις αυτές πρόκριναν εμφατικά την πρόσληψη του εθνικισμού πρωτίστως ως πολιτικού φαινομένου· «αν ο εθνικισμός είναι μια μορφή πολιτικής, τότε δεν είναι παράλογο να το εξετάσει κανείς με όρους ηγετών και υποστηρικτών» (Lecours, 2000, σ.181). Τρίτον, προσφέρουν μια εξήγηση στο γιατί κάποιες φορές το πολιτισμικό περιεχόμενο του εθνικισμού πολιτικοποιείται και οι εθνοτικές ταυτότητες καθίστανται πολιτικά σημαντικές, και κάποιες όχι. Ως κύριες αδυναμίες τους, οι οποίες μας οδηγούν στην αναζήτηση ενός εναλλακτικού πλαισίου ανάλυσης της αποσχιστικής κινητοποίησης, μπορούν να υποδειχθούν οι εξής: Πρώτον, η στενή προσήλωση στα συμφέροντα των ελίτ και ιδίως η θέση περί χειραγώγησης οδηγεί στον ασφυκτικό περιορισμό τόσο του πλάτους της κατηγορίας «πολιτικά υποκείμενα», αφού πλέον θα έχει νόημα να μελετάμε μόνο τη δράση των ελίτ και κανενός άλλου, όσο και της πολυπλοκότητας της σχεσιακής ανάλυσης. Αμφισβητείται δηλαδή η σπουδαιότητα των κοινωνικών δεσμών, των δικτύων και οργανώσεων, των ομάδων και των σχέσεων εξουσίας, αλλά και των ταυτοτήτων, των συλλογικών αναπαραστάσεων, των πολιτικών, ιδεολογικών και αξιακών διακυβευμάτων. Πλέον αυτά έχουν αναλυτική σημασία, μόνο εφόσον άπτονται της συγκρότησης των ελίτ, της εσωτερικής τους οργάνωσης και λειτουργίας και των αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους. Δεύτερον, ο ρόλος των ελίτ στην ανάδυση της εθνοτικής βίας δεν είναι αυτός του νοήμονος σχεδιαστή αλλά εκείνος ενός σχετικά προνομιούχου δρώντα όσον αφορά τον έλεγχο πολιτικών πόρων, υλικών και ιδεολογικών. Αυτό σημαίνει ότι, πράγματι, μπορεί να έχουν βαρύνοντα ρόλο για την εκδήλωση κινητοποίησης μέσα από πολλούς εκ των καταγραφέντων τρόπων, όμως εξ αυτού δεν πρέπει να συνάγεται ότι οι σχεδιασμοί των ελίτ μετουσιώνονται ακέραιοι σε απτά αποτελέσματα· αλλιώς, η εθνοτική βία δεν είναι αντανάκλαση της βούλησης των ελίτ. Η τελευταία παρατήρηση αναδεικνύει τη συγκρουσιακή και ανταγωνιστική διάσταση των αλληλεπιδράσεων, η οποία άλλωστε τους προσδίδει μια νέα δυναμική, που υπερβαίνει ή μετασχηματίζει τις όποιες αρχικές προθέσεις και καθιστά κατ’ αρχήν πιθανές μια σειρά από διαφορετικές εκβάσεις.

3.   Το τρίτο ρεύμα (στο οποίο δεν αναφέρονται) περιλαμβάνει ένα σχετικά μικρό σύνολο αναλύσεων που έχουν επηρεαστεί από προσεγγίσεις και ερμηνευτικά εργαλεία της μελέτης των κοινωνικών κινημάτων· έτσι, έμφαση δίνεται σε παράγοντες όπως η δομή πολιτικών ευκαιριών, οι οργανωτικές δομές και τα δίκτυα, τα ερμηνευτικά πλαίσια που αναπτύσσουν οι δρώντες και τα «ρεπερτόρια» δράσης που ακολουθούν, το είδος και ο όγκος των πόρων που μπορούν να χρησιμοποιήσουν στις συλλογικές διεκδικητικές δράσεις τους, στη συγκρότηση ανταγωνιστικών ταυτοτήτων και συμφερόντων κλπ. Οι «αναλύσεις κοινωνικών κινημάτων» αποδίδουν σε τέτοιου είδους παράγοντες την εκδήλωση των εθνικιστικών, εθνοτικών και αποσχιστικών κινημάτων και με βάση αυτούς ερμηνεύουν το πώς εκτυλίσσεται η κινηματική δράση. Φυσικά, αυτοί οι παράγοντες δεν ενεργοποιούνται αφ’ εαυτών, αλλά ως παράγωγα στοχεύσεων, σχέσεων και αλληλεπιδράσεων των δρώντων, στα πλαίσια ευρύτερων κινηματικών διεργασιών. Οι τελευταίοι δεν ανάγονται αποκλειστικά σε τμήματα των ελίτ, αλλά περιλαμβάνουν τους «ακτιβιστές» και τη «μαζική βάση» - κατηγορίες που συνυπάρχουν με τις ελίτ εντός των κινηματικών οργανώσεων - τους «υποστηρικτές» και τα «ακροατήρια». Οι αναλύσεις αυτές τείνουν να θέτουν πιο έντονα και με σαφήνεια το ερώτημα του πώς εκδηλώνεται και διενεργείται η εθνικιστική/εθνοτική κινητοποίηση (π.χ. Brubaker, 1996, σ.16, Githens-Mazer, 2008, σ.42, Gorenburg, 2003, σ.5, Lecours, 2000, σ.107).
Η ανάλυση των αποσχιστικών κινημάτων που επιχειρείται στην παρούσα εργασία εντάσσεται στο ευρύτερο σύνολο των μελετών αυτού του τρίτου ρεύματος, το οποίο  ακολουθεί τις αναλυτικές κατευθύνσεις και το εννοιολογικό πλαίσιο της βιβλιογραφίας των κοινωνικών κινημάτων. Παρ’ όλα αυτά, διαφοροποιείται από αυτό το ρεύμα, ακολουθώντας το ερευνητικό πρόγραμμα που προτείνεται στο DOC. Η διαφοροποίηση αυτή θα καταστεί πιο ευκρινής, παρουσιάζοντας τους βασικούς άξονες αυτού το προγράμματος.

Το DOC και οι πέντε επιλεχθέντες μηχανισμοί

Το εγχείρημά των συγγραφέων του DOC συνίσταται ουσιαστικά στον «επαναπροσδιοισμό ενός ερευνητικού πεδίου» (Johnston, 2006, σ.196). Αν και συμμερίζονται τις αναλυτικές εστιάσεις του ερευνητικού πεδίου των κοινωνικών κινημάτων (του οποίου άλλωστε υπήρξαν σημαντικοί συντελεστές), εισηγούνται έναν διαφορετικό τρόπο αναλυτικής πρόσληψης και αποτύπωσής τους. Η βασική κριτική του DOC είναι πως η «κλασική ατζέντα» της μελέτης των κοινωνικών κινημάτων (διαδικασίες κοινωνικής αλλαγής, πολιτικές ευκαιρίες, οργανωτικές δομές, πλαισιώσεις, ρεπερτόρια δράσης) οδηγούσε σε «στατικές» αναλύσεις της κινηματικής δράσης (McAdam et al, 2001, σ.41-2). Οι κύριες ερευνητικές και αναλυτικές εισηγήσεις του DOC είναι οι εξής:
1)   Η εγκατάλειψη της αυτόνομης μελέτης των κοινωνικών κινημάτων και την ενσωμάτωσή τους στο ευρύτερο γνωστικό πεδίο της «συγκρουσιακής πολιτικής» (McAdam et al, 2001, σ.5, 42).
2)   Η υιοθέτηση της «σχεσιακής οντολογίας» στη μελέτη της συγκρουσιακής πολιτικής, η οποία τονίζει τη σημασία της κοινωνικής κατασκευής και τον κεντρικό, θεμελιώδη ρόλο των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων για την ανάπτυξη της συγκρουσιακής διαδικασίας. Η σχεσιακή οντολογία που προτείνεται δεν ανάγει την κοινωνική ανάλυση και εξήγηση σε δομές, ομάδες, κουλτούρες, ταυτότητες ή ατομικές συμπεριφορές· χωρίς να αρνείται τη σημασία τους, προτάσσει την μετατόπιση της αναλυτικής εστίασης σε πλέγματα σχέσεων (όπου οι παραπάνω παράγοντες διαδραματίζουν το ρόλο τους), δηλαδή σε αλληλεπιδράσεις, συνδιαλλαγές, δεσμούς, ανταγωνισμούς και συγκρούσεις (McAdam et al, 2001, σ.23, 57,  Tilly, 1995, Tilly και Goodin, 2006, σ.10-11). Η σχεσιακή οντολογία, επιπλέον, δίνει έμφαση στο εκάστοτε ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει την ανάδυση, τη μορφή και το περιεχόμενο των κοινωνικών δεσμών (McAdam et al, 2001, σ.23-4).
3)   Η μετατόπιση της έρευνας της διεκδικητικής δράσης από τις «αφετηρίες» (origins) και τις «αρχικές συνθήκες», με άλλα λόγια τις δομικές συνθήκες ή άλλες διευθετήσεις που ευνοούν την εκδήλωσή της, στην «τροχιά» (trajectory) της (McAdam et al, 2001, σ.13, 34, 44-5, 51, 195). Εισηγούνται με άλλα λόγια την μετατόπιση του ερευνητικού ενδιαφέροντος από την ανεύρεση αιτιών και αναγκαίων συνθηκών της συλλογικής δράσης, στον εντοπισμό των διεργασιών και δυναμικών που εξηγούν την εκδήλωση, την συγκεκριμένη εκφορά της, το περιεχόμενό της, την έντασή της. Με άλλα λόγια, προτάσσουν το ερώτημα του «πώς», αντί του «γιατί», κάτι που αποτελεί και προτεραιότητα της παρούσας μελέτης. Στο πλαίσιο αυτού του προσανατολισμού, είναι επίσης σημαντική η πρόταση του DOC για μια αναλυτική πρόσληψη της διαδικασίας της κινητοποίησης – κεντρικής σε κάθε τύπο συγκρουσιακής δράσης – ως μιας δυναμικής (και, άρα, ενδεχομενικής) διεργασίας, που περιλαμβάνει ένα μεταβαλλόμενο πλέγμα αλληλεπιδράσεων, η οποία εκτυλίσσεται καθ’ όλη την έκταση ενός «συγκρουσιακού επεισοδίου» και στα πλαίσια της οποίας παράγονται και αναδιαμορφώνονται ταυτότητες, δρώντες, πόροι και ιδεολογίες (McAdam et al, 2001, σ.44, 72-3).
4)   Η χρήση συγκεκριμένων εννοιών και αναλυτικών εργαλείων δια μέσου των οποίων θα μπορούν να κατανοηθούν, να αποτυπωθούν και να μελετηθούν οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που εμπλέκονται στη συγκρουσιακή δράση· οι έννοιες αυτές είναι (κινούμενες από το μίκρο- στο μάκρο-επίπεδο ανάλυσης) οι «μηχανισμοί», οι «διαδικασίες» (οι οποίες συνίστανται σε συνδυασμούς ή «ακολουθίες» μηχανισμών) και τα «συγκρουσιακά επεισόδια» (νοούμενα ως «συνεχή ρεύματα διεκδίκησης» στα οποία περιλαμβάνουν περισσότερες από μία «διαδικασίες»). Η πλέον θεμελιώδης (για την ανάλυση της διεκδικητικής δράσης) έννοια εξ αυτών είναι εκείνη των αιτιωδών «μηχανισμών», και συγκεκριμένα των «σχεσιακών» μηχανισμών. Οι McAdam, Tarrow και Tilly προτείνουν στο DOC μια (εκτενή) σειρά από μηχανισμούς· ο καθένας εξ αυτών αποτυπώνει αφαιρετικά συγκεκριμένες όψεις των πολυδιάστατων αλληλεπιδράσεων. Οι χρήση των μηχανισμών  αποσκοπεί στην αποτύπωση των διεκδικητικών σχέσεων,  αλληλεπιδράσεων και δυναμικών - που και άλλες προσεγγίσεις ενδεχομένως να υποδεικνύουν, αλλά συνήθως αποσπασματικά και ακατάστατα – με τρόπο θεωρητικά προσδιορισμένο, εναργή και συστηματικό. Αυτές οι δυναμικές και αλληλεπιδράσεις δεν αποτελούν απλώς ενδιάμεσα στάδια μεταξύ αιτίων και αιτιατών ούτε οι μηχανισμοί, που χρησιμοποιούνται για να την αναλυτική αποτύπωσή τους, αποκλειστικά περιγραφικές έννοιες· οι δυναμικές έχουν μετασχηματιστική και άρα αιτιώδη επίδραση. Οι μηχανισμοί στο DOC δεν κατανοούνται ως απρόσωπες, λειτουργιστικής υφής διεργασίες, αλλά ως συγκεκριμένες, επαναλαμβανόμενες (recurrent) μορφές σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ πολιτικών δρώντων, οι οποίες παράγουν παρόμοια άμεσα αποτελέσματα (McAdam et al, 2001, σ.12-13, 24, 26). Οι μηχανισμοί ορίζονται στο DOC ως
μια οριοθετημένη τάξη γεγονότων που μεταβάλλει προσδιορισμένα σύνολα στοιχείων με πανομοιότυπους ή παρόμοιους τρόπους σε μια ποικιλία καταστάσεων (McAdam et al, 2001, σ.24). 
     Η ιδιότητα καθενός μηχανισμού να παράγει παρόμοια αποτελέσματα δεν πρέπει να κατανοείται και ως παρόμοια έκβαση των διεκδικητικών δράσεων. Αυτό συμβαίνει διότι, α) οι μηχανισμοί δεν ενεργοποιούνται κατά μόνας, αλλά σε συνδυασμό με άλλους, β) ακόμα και αν προκύπτουν ίδιοι συνδυασμοί μηχανισμών σε μια σειρά από περιπτώσεις (αυτό δηλαδή που εξετάζουμε εδώ), τα τελικά αποτελέσματα πάλι θα διαφέρουν, διότι οι συνδυασμοί ίδιων μηχανισμών δεν είναι πάντα ομοιόμορφοι (λόγω των διαφορετικών δρώντων που εμπλέκονται και της διαφορετικής έντασης του κάθε μηχανισμού) και β) λειτουργούν σε διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια. Η αλληλεπίδραση διαφορετικών πλαισιακών χαρακτηριστικών (δομών, ιστορικά διαμορφωμένων κοινωνικών συνθηκών, ταυτοτήτων) με ίδιους μηχανισμούς παράγει διαφορετικά συγκρουσιακά αποτελέσματα (McAdam et al, 2001, σ.37, 68, 87, 309-10).  
     Ένα ερώτημα που τίθεται ποιους μηχανισμούς από τους δεκάδες που προτείνουν οι McAdam, Tarrow και Tilly (κυρίως στο DOC, αλλά και σε μετέπειτα μελέτες τους) έπρεπε να επιλέξουμε· ακριβέστερα, ποιο πρέπει να είναι το κριτήριο αυτής της επιλογής; Οι συγγραφείς του DOC αναγνωρίζουν πως είναι πιθανό κάποιο συγκρουσιακό επεισόδιο να (φαίνεται ότι) διέπεται από πολλούς από τους μηχανισμούς που προτείνουν· όμως σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιούν παραπάνω από πέντε ή έξι μηχανισμούς για την  εξήγηση των επεισοδίων. Η γενική απάντηση που δίνουν είναι πως πρέπει να επιλέγονται εκείνοι οι μηχανισμοί που α) παίζουν σημαντικό ρόλο στη συγκρουσιακή τροχιά δεδομένων επεισοδίων, και β) μπορούν να βοηθήσουν στην εξήγηση των «προβληματικών» χαρακτηριστικών αυτών των επεισοδίων (McAdam et al, 2001, σ.262). Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι οι συγγραφείς του DOC διαγράφουν τρία συστατικά της ερευνητικής στρατηγικής για τη μελέτη της συγκρουσιακής πολιτικής: α) την αναγνώριση συγκρουσιακών επεισοδίων ή οικογενειών συγκρουσιακών επεισοδίων και στην ανάδειξη κάποιου «προβληματικού» γνωρίσματός τους, κάποιου ζητήματος που χρήζει εξήγησης δηλαδή, β) στον εντοπισμό των διαδικασιών που συγκροτούν ή παράγουν το προβληματικό γνώρισμα, και γ) στην αναζήτηση επανεμφανιζόμενων αιτιακών μηχανισμών εντός των διαδικασιών που συγκροτούν τη συγκρουσιακή δράση και αλληλεπίδραση (McAdam et al, 2001, σ.29). Αναφορικά, λοιπόν, του γιατί επιλέγουμε αυτούς τους μηχανισμούς και όχι άλλους, μπορούμε να πούμε καταρχήν τα εξής (παρακάτω οι λόγοι της επιλογής θα γίνουν πιο σαφείς): οι τρεις εκ των πέντε μηχανισμών, η «συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών», η «μεσιτεία» και η «κοινωνική ιδιοποίηση», αναφέρονται στο DOC ως κομβικοί και επανεμφανιζόμενοι σε κάθε διαδικασία διεκδικητικής κινητοποίησης (2001, σ.92, 123). Επιπλέον, θεωρούμε πως είναι ικανοί να αποτιμήσουν κρίσιμες όψεις της σύνδεσης ελίτ-μαζών. Μπορεί να παρατηρήσει κανείς πως συνδυαστικά οι τρεις μηχανισμοί καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό το οργανωτικό και καθαρά κινηματικό κομμάτι της συλλογικής δράσης· όμως, δε δείχνουν ικανοί να φωτίσουν επαρκώς κάποιες άλλες σημαντικές πτυχές της κινητοποίησης (ως παρατεταμένης σύνδεσης ελίτ-μαζών), όπως είναι αυτές της κοινής ταυτότητας (ή αλληλεγγύης) και της ιδεολογίας. Γι’ αυτόν το λόγο επιλέξαμε δύο επιπλέον μηχανισμούς, που φαίνονται ικανοί να συλλάβουν και να αποτυπώσουν αναλυτικά αυτές τις πτυχές:  τους μηχανισμούς της «ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων» και της «γεφύρωσης πλαισίων».
Ακολουθώντας, λοιπόν, το προαναφερόμενο ερευνητικό πρόγραμμα του DOC, προσδιορίζουμε ως:
-         «οικογένεια επεισοδίων» τα αποσχιστικά κινήματα·
-         «προβληματικό τους γνώρισμα», το οποίο διερευνούμε, το πώς οι «μάζες» συνδέονται με τις ελίτ ·
-         «επανεμφανιζόμενη διαδικασία» την κινητοποίηση·
-         «επανεμφανιζόμενους αιτιακούς μηχανισμούς» της διαδικασίας αποσχιστικής κινητοποίησης τους εξής: συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών, ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων, γεφύρωση πλαισίων, μεσιτεία, κοινωνική ιδιοποίηση.

Έχοντας παρουσιάσει τους βασικούς άξονες του αναλυτικού πλαισίου που υιοθετούμε από το DOC και προσαρμόζουμε στο ερευνητικό ζητούμενο της παρούσας εργασίας, καθίσταται πλέον περισσότερο εμφανής η διαφοροποίηση από τις «αναλύσεις κοινωνικών κινημάτων» του εθνικισμού. Συγκεκριμένα:
1)   Σε αρκετές από αυτές τις μελέτες, η κινητοποίηση απεικονίζεται είτε ως διακριτή και οριοθετημένη φάση των εθνοτικών συγκρούσεων, η οποία συνήθως έπεται της συγκρότησης ταυτότητας, του καθορισμού των στόχων και της συγκρότησης οργανώσεων (Drury, 1994, σ.15, Lecours, 2000, σ.105-8, Rönnquist, 1999, σ.150-1, Vayrynen, 1999, σ.150-57),  είτε (συναφώς) ως υποκείμενη σε μια σειρά από προαπαιτούμενα (ταυτότητες, ιδεολογίες, οργανώσεις, πόρους) (Barany, 2002, σ.281-8, Ellingsen, 2000, σ.229-30, Wood, 1981, σ.109). Σε αντίθεση με αυτή τη στατική πρόσληψη, η οποία ουσιαστικά αντιλαμβάνεται την κινητοποίηση ως εξαρτημένη μεταβλητή, το αναλυτικό πλαισίου που υιοθετούμε κατανοεί την κινητοποίηση ως μια παραγωγική και μετασχηματιστική διαδικασία, δηλαδή ως μια διαδικασία στα πλαίσια της οποίας διάφοροι δρώντες αλληλεπιδρούν. Είναι στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας που δημιουργούνται (με βάση μια προϋπάρχουσα πρώτη ύλη) ή τροποποιούνται κατάλληλα εκείνοι οι  - πράγματι απαραίτητοι – παράγοντες για την διεξαγωγή της διεκδικητικής δράσης.
2)   Παρότι συμμεριζόμαστε την ανάδειξη παραγόντων όπως οι πολιτικές ευκαιρίες, οι πόροι, οι οργανώσεις, τα κίνητρα, τα παράπονα, κλπ ως κρίσιμους για την ανάλυση της συλλογικής δράσης, θεωρούμε πως δεν πρέπει αυτοί να αναλύονται ως μεταβλητές ( για δύο παραδείγματα τέτοιων μελετών βλέπε Saxton, 2002 και Gurr, 1995 και 2000). Στην παρούσα εργασία εξετάζουμε τους προαναφερθέντες παράγοντες και αυτόνομα, όμως για τους σκοπούς της απεικόνισης και της εξήγησης της αποσχιστικής κινητοποίησης τους εντάσσουμε στα πλαίσια των μηχανισμών που έχουμε επιλέξει. Έτσι, δεν εξετάζουμε μόνο τα χαρακτηριστικά και την «ισχύ» των ταυτοτήτων, αλλά το κατά πόσον καθίστανται πολιτικά σημαντικές μέσω της «ενεργοποίησης των ορίων» τους· δε στεκόμαστε απλά στον όγκο των διαθέσιμων πόρων, αλλά εξετάζουμε πώς αυτοί καθίστανται (ή όχι) διαθέσιμοι μέσα από διεργασίες που αποτυπώνονται από τους μηχανισμούς της κοινωνικής ιδιοποίησης και της μεσιτείας· επιπλέον, δεν εξετάζουμε απλά το είδος των παραπόνων που διατυπώνουν οι αποσχιστικές οργανώσεις, αλλά  το κατά πόσον αυτά εντάσσονται σε ευρύτερες αφηγήσεις και ιδεολογίες, το κατά πόσον δηλαδή ενεργοποιείται ο μηχανισμός γεφύρωσης πλαισίων· τέλος, δεν εξετάζουμε απλώς τα συστατικά της δομής πολιτικών ευκαιριών, αλλά το κατά πόσον αλλαγές σε τέτοιες διευθετήσεις οδηγούν στην «απόδοση ευκαιρίας ή απειλής» από τους ίδιους τους δρώντες που εμπλέκονται στα αποσχιστικά κινήματα.
Με άλλα λόγια, θεωρούμε πως, επιλέγοντας αυτούς τους πέντε μηχανισμούς, μπορούμε να αποτιμήσουμε με τρόπο μη ουσιοκρατικό και προσανατολισμένο στο θεμελιωδώς σχεσιακό χαρακτήρα της συλλογικής δράσης, τις σημαντικότερες διαστάσεις της διαδικασίας σύνδεσης ελίτ και «μαζών» σε περιπτώσεις αποσχιστικών κινημάτων: τις διαστάσεις της ταυτότητας, της ιδεολογίας, της οργάνωσης, της πολιτικής συμμαχίας και της ετοιμότητας για ενεργό συμμετοχή στη συλλογική δράση.

Ορισμός και «επιχειρησιακός προσδιορισμός» των πέντε μηχανισμών

Για να καταστεί (καταρχήν) δυνατή και (εν συνεχεία) πρόσφορη η ανάλυση της διεκδικητικής δράσης μέσα από τους μηχανισμούς που προτείνονται στο DOC, είναι προηγουμένως απαραίτητο να προσδιοριστούν, σε ένα έστω βαθμό, οι συνδηλώσεις και υποδηλώσεις τους. Είναι απαραίτητο δηλαδή  αυτό που στο DOC διαγράφεται ως «μελλοντικό» εγχείρημα του «επιχειρησιακού προσδιορισμού» των μηχανισμών. Οι συγγραφείς εύστοχα παρατηρούν ότι το ερευνητικό πρόγραμμα που εισηγούνται χωρίς «ξεκάθαρους και αποδεκτούς εμπειρικούς δείκτες για κάθε μηχανισμό κινδυνεύει να εκπέσει σε μια […] ευλογοφανή εκ των υστέρων αφήγηση», πρακτική που, όπως λένε, έχει «ταλανίσει» την ανάλυση της συγκρουσιακής δράσης (McAdam et al, 2001, σ.310-11). Προφανώς μια ικανοποιητική έκβαση αυτού του εγχειρήματος δεν μπορεί να επέλθει μέσα από μια εργασία ή μονογραφία αλλά συσσωρευτικά. Αυτή η ενότητα θα εμβαθύνει στο περιεχόμενο των επιλεγέντων μηχανισμών, ξεκινώντας από τον ορισμό τους και προχωρώντας σε μια απόπειρα «επιχειρησιακού προσδιορισμού» τους. Θα επιχειρήσουμε να συγκροτήσουμε λίστες με «εμπειρικούς δείκτες» (ή proxies) για τον κάθε μηχανισμό. Τις λίστες αυτές θα τις συγκροτήσουμε τόσο μέσω της εννοιολογικής διερεύνησης, εντοπισμού δηλαδή των κύριων συνδηλώσεων ή γνωρισμάτων «βάθους» του κάθε μηχανισμού (π.χ. οι έννοιες της «συμμαχίας» ή του «συντονισμού» για τον μηχανισμό της μεσιτείας), όσο και μέσω της διερεύνησης των εμπειρικών αναφορών του (του εννοιολογικού «πλάτους») με βάση παραδείγματα από τη βιβλιογραφία (π.χ. το είδος των οργανώσεων που εμπλέκονται σε περιπτώσεις εθνοτικής κινητοποίησης θα μας βοηθήσει να αποτιμήσουμε τον μηχανισμό της κοινωνικής ιδιοποίησης). Αυτές οι λίστες θα μας βοηθήσουν να εστιάσουμε σε συγκεκριμένες πτυχές της αποσχιστικής κινητοποίησης και, δι’ αυτής της εστίασης, να αποτιμήσουμε τη λειτουργία των πέντε μηχανισμών, δηλαδή το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητά τους.
Ο «επιχειρησιακός προσδιορισμός» που αποπειρόμαστε έχει δύο σκέλη: Πρώτο, με βάση το DOC και άλλες μελέτες από το πεδίο της συγκρουσιακής πολιτικής και των κοινωνικών κινημάτων, καταγράφουμε κάποια γενικά χαρακτηριστικά των μηχανισμών που αφορούν ένα ευρύ σύνολο διεκδικητικών δράσεων. Δεύτερο, και κυριότερο, με βάση τη βιβλιογραφία του εθνικισμού, της εθνοτικής κινητοποίησης και της απόσχισης προσδιορίζουμε κάποιες σημασίες και αναφορές που αφορούν ειδικά τα εθνικιστικά, εθνοτικά και αποσχιστικά κινήματα. Στο κείμενο που ακολουθεί δεν καταγράφουμε αναλυτικά αυτή τη βιβλιογραφική διερεύνηση, αλλά συνοψίζουμε τα αποτελέσματά της σε πίνακες.

Ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων                        Πρόκειται για έναν σχεσιακό, δίδυμο μηχανισμό, ο οποίος  σχετίζεται, όπως έχουμε πει, πρωτίστως με τις ταυτότητες που εμπλέκονται στη συγκρουσιακή δράση, δηλαδή με τη συγκρότηση και τα όριά τους («εθνοτικά» εν προκειμένω). Ο Tilly (2003α, σ.84) ορίζει την «ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων» ως:
Μια μετατόπιση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων τέτοια ώστε αυτές όλο και περισσότερο (α) οργανώνονται γύρω από ένα μοναδικό όριο [της μορφής] εμείς-αυτοί και (β) διαφοροποιούνται σε αλληλεπιδράσεις εντός του ορίου και εγκάρσια του ορίου. (Η απενεργοποίηση ορίων υποδηλώνει την αντίθετη μετατόπιση, προς νέα ή πολλαπλά όρια, καθώς και προς ελάττωση της διαφοράς μεταξύ των αλληλεπιδράσεων εντός του ορίου και εκείνων εγκάρσια του ορίου). 
Σε άρθρο τους το 2006 οι Tilly και Tarrow υπογραμμίζουν πως ο δίδυμος μηχανισμός της ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων είναι ο πλέον σημαντικός, σε σχέση με τους άλλους μηχανισμούς που σχετίζονται με τις ταυτότητες και τα όριά τους, σε περιπτώσεις συγκρουσιακής πολιτικής. Η σημασία του μηχανισμού ανάγεται στην παρατήρηση ότι οι συγκρουσιακές αλληλεπιδράσεις τείνουν να στοιχίζονται γύρω από ένα όριο που χωρίζει τους δρώντες σε δύο (μεγάλες) ομάδες (εμείς-αυτοί). Αυτό το όριο κατά κανόνα δε δημιουργείται κατά τη διάρκεια της διεκδικητικής δράσης, αλλά προϋπάρχει αυτής: οι συλλογικές διεκδικήσεις στις περισσότερες περιπτώσεις «δε δημιουργούν και δεν ενεργοποιούν νέα όρια [·] αντιθέτως, το μεγαλύτερο μέρος της συγκρουσιακής πολιτικής ενεργοποιεί ή απενεργοποιεί υφιστάμενα όρια». Δηλαδή, κάποιο από τα προϋπάρχοντα όρια ενισχύεται στα πλαίσια της συλλογικής δράσης και καθιστά τις ταυτότητες που οριοθετεί βάση των συλλογικών διεκδικήσεων, αποτελεί τον άξονα δηλαδή των συγκρουσιακών αλληλεπιδράσεων (Tilly και Tarrow, 2006, σ.14). Η συγκρότηση μιας ενιαίας ταυτότητας στην περίπτωση κινημάτων, όπως αυτά που εξετάζουμε, έχει σχεδόν πάντοτε και έναν εθνοτικό ή εθνικό χαρακτήρα· όπως θα δούμε, τόσο στην περίπτωση των Παπούα όσο και των Ορόμο αποδυναμώθηκαν οι τοπικές ή φυλετικές (tribal) ταυτότητες, που έτεμναν εσωτερικά τις δύο κατηγορίες, και ενισχύθηκε η αίσθηση μιας ενιαίας ταυτότητας· αυτή η διεργασία που παραπέμπει ευθέως στον δίδυμο μηχανισμό της ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων συντελέστηκε σε μεγάλο βαθμό όχι πριν, αλλά κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης.
Αναφορικά με το ζητούμενο της εργασίας, ο μηχανισμός αυτός δεν εξηγεί αυτή καθαυτή τη σύνδεση ελίτ και μαζών κατά τη συλλογική δράση. Όμως, πρώτον, είναι αναγκαία συνθήκη αυτής, καθότι χωρίς μια υποτυπώδη έστω αναφορά σε μια κοινή ταυτότητα (εν προκειμένω εθνοτική) που θα ενώνει ελίτ και μάζες (παρά τις διαφορές και ανταγωνισμούς τους) αυτή η σύνδεση θα ήταν άτοπη· δεύτερον, το ακριβές περιεχόμενό της (: ποιο όριο ενεργοποιείται έναντι άλλων εναλλακτικών, ποια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ποια όρια απενεργοποιούνται) καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το περιεχόμενο και την επιτυχία της κινητοποίησης· τρίτον, προσδιορίζει ορισμένες πτυχές των άλλων μηχανισμών που εξετάζουμε, όπως, για παράδειγμα,  την ομάδα αναφοράς των «ευκαιριών και απειλών» («ευκαιρίες και απειλές για ποιους;»), το ποιες πλαισιώσεις μπορούν να γεφυρωθούν, καθώς και μεταξύ ποιων δρώντων και επί ποιου ελάχιστου κοινού παρανομαστή μπορεί να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός της μεσιτείας.
Η «ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων» βρίσκει πολλές εμπειρικές αναφορές στο εθνικιστικό και εθνοτικό φαινόμενο, συμπεριλαμβανομένου του αποσχιστικού. Καταρχήν, αποτελεί σχεδόν αυτονόητη αλήθεια ότι ο εθνικισμός επιχειρεί ταυτόχρονα όχι απλώς να ενισχύσει το εξωτερικό όριο και να αποδυναμώσει τις εσωτερικές του διαφορές, πολιτισμικές και άλλες (Conversi, 1995, σ.78), αλλά να «σχετικοποιήσει και να καθυποτάξει» τις εσωτερικές διαφορές, προβάλλοντας τη διαφορά «ημών»-«ξένων» ως απόλυτη. Βεβαίως, είναι τάση κάθε ταυτότητας να οξύνει το εξωτερικό της όριο και να προβάλλει ένα ομοιογενές «εμείς», όμως ταυτότητες όπως οι εθνικές και εθνοτικές, που διαθέτουν πλούσιους πολιτισμικούς και (συχνά) ιστορικούς πόρους, μπορούν ευκολότερα να κάνουν το εξωτερικό όριο να φαντάζει φυσικό και αρχέγονο. Γενικότερα, σε περιπτώσεις από την εθνοτική κινητοποίηση μέχρι τους διακρατικούς πολέμους οι ελίτ συνήθως παίζουν ιδιαίτερο ρόλο στην εκ νέου ενεργοποίηση ενός  υφιστάμενου εθνοτικού ή εθνικού ορίου (χωρίς αυτό από μόνο του να συνιστά χειραγώγηση) (Whitmeyer, 2002, σ.334).
Στον πίνακα που ακολουθεί επιχειρούμε τον «επιχειρησιακό προσδιορισμό» του μηχανισμού· υπό τον τίτλο «εθνικισμός» αναφέρουμε τα στοιχεία που αφορούν ειδικότερα τις διάφορες εκφάνσεις του αποσχιστικού, εθνικιστικού και εθνοτικού φαινομένου (όπως κάνουμε και στις λίστες των άλλων μηχανισμών).

πίνακας 4. ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ/ΑΠΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΩΝ
υφιστάμενο όριο που καθίσταται πολιτικά σημαντικό
διάκριση εμείς-αυτοί
πόλωση
ανάδειξη/σχετικοποίηση
διαιρετικών τομών
υπογράμμιση/αποσιώπηση διαφορών
τονισμός/θάμπωμα
προβολή/υποβάθμιση                                       όξυνση/άμβλυνση               ορίων
σκλήρυνση/ρευστοποίηση
εθνικισμός
σχετιζόμενοι μηχανισμοί
υπερίσχυση εθνικού ορίου
εθνοτικοποίηση ανταγωνισμών
φυσικοποίηση ταυτοτήτων
προβολή χωριστών ταυτοτήτων
αποκλεισμός/ενσωμάτωση
εθνοτικά αμαλγάματα

συγκρότηση κατηγορίας
εγγραφή/διαγραφή ορίων

υπο-μηχανισμοί
συνάντηση
κλιμάκωση βάσει δικτύων
ενεργοποίηση βάσει κοινωνικού περιβάλλοντος

Συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών                Ο μηχανισμός αυτός χρησιμοποιείται στο DOC ως διαφορετικός τρόπος πρόσληψης της «δομής πολιτικών ευκαιριών» (ΔΠΕ), μίας κομβικής έννοιας της «κλασικής ατζέντας». Μια πρώτη αλλαγή που συνεπάγεται αυτό το πέρασμα σηματοδοτείται από  τη θέση πως δεν είναι μόνον η εμφάνιση πολιτικών ευκαιριών που μπορεί να πυροδοτήσει την έναρξη της συλλογικής δράσης, αλλά και η ανάδυση απειλών. Η κυριότερη αλλαγή, όμως, που εισηγείται το DOC είναι πως οι ευκαιρίες και απειλές μπορεί μεν να εντοπίζονται από τον ερευνητή, όμως η εμφάνισή τους δεν θα έχει καμία σημασία, αν δεν προσληφθούν ως τέτοιες από τους ίδιους τους δρώντες. Δηλαδή, προκειμένου οι ευκαιρίες και οι απειλές  να οδηγήσουν στην επιθυμία για κινητοποίηση, απαιτείται α) να είναι «ορατές στους εν δυνάμει διεκδικητές», και β) να γίνουν αντιληπτές ως τέτοιες, ώστε να δημιουργήσουν μια πλατιά πεποίθηση πως πρέπει να αξιοποιηθούν για την ανάληψη συλλογικής διεκδικητικής δράσης. Ο τρόπος ανάδυσης και διάχυσης αυτών των συνειδητοποιήσεων και πεποιθήσεων δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί εκ των προτέρων με γενικό τρόπο· πάντως, στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται να βασίζεται σε έναν συνδυασμό προϋπαρχουσών αντιλήψεων και ταυτοτήτων, νέων διυποκειμενικών αντιλήψεων και στρατηγικών πλαισιώσεων και ερμηνειών (συχνά από δρώντες με κάποια επιρροή, όπως οι ελίτ)· σε κάθε περίπτωση, αυτή η «απόδοση», ιδιαίτερα εφόσον καθίσταται «συλλογική» είναι αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων, υπολογισμών για τις προθέσεις των άλλων δρώντων, και κοινωνικής κατασκευής (McAdam et al, 2001, σ.43, 47). Ο μηχανισμός ουσιαστικά αναφέρεται σε μια ερμηνευτική διαδικασία, η οποία μεσολαβεί μεταξύ αλλαγών στη ΔΠΕ και τη συλλογική δράση· φαντάζει απαραίτητος για κάθε διαδικασία κινητοποίησης, καθώς σηματοδοτεί το πότε (ή το «γιατί τότε») αυτή εκδηλώνεται. Ένας ορισμός που παρατίθεται στο DOC για τη «συλλογική απόδοση ευκαιριών/απειλών» είναι ο εξής:
Περιλαμβάνει (α) την επινόηση ή εισαγωγή και (β) τη διάχυση ενός κοινού ορισμού σχετικά με αλλαγές στις αναμενόμενες συνέπειες πιθανών δράσεων (ή, επιπλέον, της αδυναμίας για δράση) από την πλευρά ενός πολιτικού δρώντα. Η απόδοση ευκαιριών-απειλών συχνά αναδύεται μέσα από τον ανταγωνισμό μεταξύ υποστηρικτών διαφορετικών ερμηνειών, μία εκ των οποίων τελικά υπερισχύει (McAdam et al, 2001, σ.95).
Αναφορικά με τη σύνδεση ελίτ-μαζών, ο προσδιορισμός «συλλογικός» υποδηλώνει πως η απόδοση ευκαιρίας από ένα μικρό τμήμα των εν δυνάμει διεκδικητών δεν αρκεί για την πυροδότηση της συλλογικής δράσης, αλλά αντιθέτως πως απαιτείται αυτή η συνειδητοποίηση να λάβει ευρύτερο, μαζικότερο χαρακτήρα. Με τους όρους της παρούσας εργασίας, απαιτείται η δημιουργία μιας κοινής συνείδησης για το αναγκαίο και εφικτό της διεκδικητικής δράσης τόσο από σημαντικό τμήμα των ελίτ /κινηματικών ηγεσιών όσο και των ευρύτερων – πιθανόν πολιτικά ανενεργών ως τότε - στρωμάτων.
Πάντως, παρά τη σημασία της ερμηνείας των δρώντων ως προς το χαρακτήρα των πολιτικών ευκαιριών, η έννοια της ΔΠΕ παραμένει σημαντική, καθώς αυτή η διαμεσολάβηση πρέπει να δεχτεί ένα ερέθισμα προκειμένου να ενεργοποιηθεί. Τα συστατικά της ΔΠΕ, σύμφωνα με τους Tilly και Tarrow (2006, σ.8-9) συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα (η ύπαρξη ανεξάρτητων πόλων ισχύος εντός του καθεστώτος, το κατά πόσον το καθεστώς είναι ανοιχτό σε νέους δρώντες).  ότι σε μεγάλο βαθμό η εκάστοτε ΔΠΕ συναρτάται από τον τύπο του καθεστώτος. Μια κρίσιμη παρατήρηση είναι πως, σε μεγάλο βαθμό, η εκάστοτε ΔΠΕ συναρτάται από τον τύπο του καθεστώτος. Ο Tilly (2003α, σ.47-50) εισηγείται μια ταξινόμηση πολιτικών καθεστώτων με βάση δύο κριτήρια, την κυβερνητική ισχύ - νοούμενη ως ικανότητα κυβερνητικού ελέγχου επί προσώπων, δραστηριοτήτων και πόρων εντός μιας επικράτειας (McAdam et al, 2001, σ.269) – και τη δημοκρατία: ο συνδυασμός τους παράγει τέσσερις τύπους καθεστώτων, τα ισχυρά μη δημοκρατικά, τα αδύναμα μη δημοκρατικά, τα ισχυρά δημοκρατικά και τα αδύναμα  δημοκρατικά. Κάθε καθεστώς διακρίνει τη συλλογική διατύπωση διεκδικήσεων και αιτημάτων (claim-making) σε υπαγορευμένη (prescribed), ανεκτή και απαγορευμένη· την πρώτη ομάδα συλλογικών αξιώσεων την προωθεί ενεργά, σχεδόν υποχρεωτικά, τη δεύτερη τη διευκολύνει ή δεν την παρεμποδίζει και την τρίτη την καταστέλλει. Προφανώς, το εύρος αυτών των τριών μορφών συλλογικών διεκδικήσεων ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο καθεστώτος: ο γενικός κανόνας είναι πως τα ισχυρότερα και τα λιγότερο δημοκρατικά καθεστώτα συρρικνώνουν σημαντικά το εύρος των ανεκτών διεκδικήσεων. Ποικίλλει, επίσης, ο όγκος των διεκδικητικών δράσεων: στα ισχυρά μη δημοκρατικά εκδηλώνονται οι λιγότερες διεκδικήσεις, και, όταν αυτό συμβαίνει, εμπίπτουν σχεδόν πάντα στη σφαίρα της απαγόρευσης· στα αδύναμα δημοκρατικά καθεστώτα εκδηλώνεται ο μεγαλύτερος όγκος διεκδικήσεων. Είναι αυτονόητο, πάντως, πως οι βίαιες μορφές διεκδίκησης  - όπως αυτές των αποσχιστικών κινημάτων των Ορόμο και των Παπούα (κατά την πρώτη φάση του) – προκαλούν την καταστολή σε κάθε τύπο καθεστώτος (Tilly, 2003α, σ.47-50, Tilly και Tarrow, 2006, σ.17-8).
Ως προς τα εθνικιστικά, εθνοτικά και αποσχιστικά κινήματα, κάποιες μελέτες έχουν σωστά υποδείξει την ύπαρξη μιας ειδικής ΔΠΕ για τέτοια κινήματα, ομάδες και διεκδικητές, καθώς καθεστώτα ίδιου τύπου μπορεί να αντιμετωπίζουν πολύ διαφορετικά ζητήματα που αφορούν τις μειονότητες, την εθνική κουλτούρα, την αποκέντρωση κλπ. Μπορεί κανείς να διακρίνει πέντε πτυχές της «ΔΠΕ του εθνικισμού»: Μια πρώτη πτυχή αφορά το επίσημο ή θεσμικό επίπεδο· διαστάσεις του είναι η εδαφική οργάνωση της εξουσίας (συγκεντρωτικό κράτος ή ομοσπονδία/διευθετήσεις αυτονομίας) και τα χαρακτηριστικά του εκλογικού και κομματικού συστήματος (ύπαρξη απλής αναλογικής, νομικοί περιορισμοί στην ίδρυση περιφερειακών ή εθνοτικών κομμάτων) (Lecours, 2000, σ.112-3, Maiz, 2003, σ.201-7, Saxton, 2004, σ.35-7). Μια δεύτερη πτυχή αφορά τις πολιτικές  - αφομοίωσης, προστασίας, ή καταστολής - απέναντι στις μειονότητες και τις ιδιαίτερες εθνοτικές ταυτότητες (Maiz, 2003, σ.201-7, Saxton, 2004, σ.36) Μια τρίτη πτυχή αφορά τις περισσότερο ανεπίσημες πρακτικές, οι οποίες όμως σηματοδοτούν εύγλωττα συγκεκριμένες εθνοτικές ιεραρχίες και διευθετήσεις κυριαρχίας (γλώσσα διακυβέρνησης, εθνοτική σύνθεση γραφειοκρατίας και σωμάτων ασφαλείας, σύμβολα) (Petersen 2002, σ.41-2). Μια τέταρτη πτυχή αφορά την κατάσταση άλλων εθνοτικών ομάδων, εντός του ίδιου κράτους. Μια πέμπτη πτυχή αφορά διεθνείς παράγοντες, π.χ. περιφερειακές εθνοτικές συγκρούσεις, υποστήριξη ξένων κυβερνήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η ενεργοποίηση του μηχανισμού συλλογικής απόδοσης ευκαιριών/απειλών καθίσταται πιο πιθανή όταν παρατηρούνται μεταβολές τόσο στη «γενική» ΔΠΕ ((π.χ. αποδυνάμωση κατασταλτικής ικανότητας του κράτους, διάσπαση ελίτ, εμφάνιση νέων δρώντων)), όσο και την «ΔΠΕ του εθνικισμού» (π.χ. φιλελευθεροποίηση ή σκλήρυνση μειονοτικής πολιτικής, εγκαθίδρυση ή άρση περιορισμών στην εκδήλωση εθνοτικών ταυτοτήτων, κλπ).

πίνακας 5. ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ/ΑΠΕΙΛΩΝ
«ορατότητα» ευκαιριών/απειλών
ευρέως αποδεκτή ερμηνεία για ύπαρξη ευκαιριών/απειλών
πλατιά συναίνεση για ανάγκη         συλλογικής δράσης

ραγδαία πύκνωση/επίταση δράσης
σημαντική μαζικοποίηση δράσης

τύπος καθεστώτος και ανεκτικότητα συλλογικών διεκδικήσεων

αλλαγές στη ΔΠΕ ως προς:
ανεξάρτητα κέντρα ισχύος
εμφάνιση νέων δρώντων
πολιτικές συμμαχίες
διαθεσιμότητα ισχυρών συμμάχων (ελίτ)
καταστολή διεκδικητικής δράσης
εθνικισμός
σχετικός μηχανισμός




αλλαγές στη ΔΠΕ ως προς:
ομοσπονδία, αυτονομία
εκλογικό σύστημα
μειονοτικές πολιτικές
ανεπίσημη εθνοτική ιεραρχία
κυρίαρχη εθνική ιδεολογία
κατάσταση άλλων εθνοτικών ομάδων
περιφερειακές εθνοτικές συγκρούσεις
εξωτερική υποστήριξη
σπιράλ ευκαιριών


υπο-μηχανισμός
αυτομόληση ελίτ


Κοινωνική ιδιοποίηση                  Η ύπαρξη και αναγνώριση ευκαιριών ή απειλών δύσκολα οδηγεί σε αξιόπιστη και παρατεταμένη διεκδικητική δράση χωρίς να υπάρχει η «ικανότητα για δράση» (ισχύει φυσικά και το αντίστροφο) (McAdam, Tarrow και Tilly, 2008, σ.324)· η διαθεσιμότητα οργανώσεων και, ευρύτερα, οργανωτικών πόρων αποτελεί κρίσιμο προσδιοριστικό στοιχείο αυτής της ικανότητας. Ο μηχανισμός της κοινωνικής ιδιοποίησης αυτός χρησιμοποιείται στο DOC ως τρόπος αποτίμησης των οργανώσεων της διεκδικητικής δράσης. Η «κλασική ατζέντα» των κοινωνικών κινημάτων εξέταζε της «δομές κινητοποίησης» των κοινωνικών κινημάτων. Σύμφωνα με την «κλασική ατζέντα», η κινητοποίηση καθίσταται περισσότερο δυνατή για δρώντες που διαθέτουν ήδη οργανώσεις, θέση επηρεασμένη πρωτίστως από τη θεωρία κινητοποίησης πόρων. Η «κινητοποίηση οργανωτικών πόρων» αποτελεί πρόβλημα για κάθε δρώντα που εισέρχεται στην κινηματική διαδικασία (McAdam et al, 2001, σ.48). Όμως, σύμφωνα με τους συγγραφείς του DOC, οι διεκδικητές είναι πιθανότερο να έχουν «οργανωτικές ελλείψεις παρά πόρους» (McAdam et al, 2001, σ.44). Υπάρχει βέβαια πάντα η διέξοδος της δημιουργίας μιας νέας οργάνωσης, όμως πολλές φορές οι δρώντες επιλέγουν ή οδηγούνται στο να χρησιμοποιήσουν μια υπάρχουσα οργάνωση και «να τη μετατρέψουν σε όργανο διεκδίκησης» (McAdam et al, 2001, σ.47). Περί αυτού πρόκειται, με δύο λόγια, στην περίπτωση του μηχανισμού της «κοινωνικής ιδιοποίησης» (στο DOC δεν παρατίθεται συγκεκριμένος ορισμός του μηχανισμού).
Χρειάζονται, όμως, ορισμένες διευκρινίσεις: πρώτον, δεν πρόκειται για την ιδιοποίηση μιας οργάνωσης αυτής καθαυτής, αλλά για ιδιοποίηση των δικτύων της, των οργανωτικών δεσμών της, του ερείσματος και της απήχησής της, της δυνατότητας που προσφέρει για συλλογική δράση, καθώς και του όγκου των μελών της· των στοιχείων της δηλαδή που προσφέρονται για τη συγκρότηση μιας «κοινωνικής/οργανωτικής βάσης». Γι’ αυτόν το λόγο οι συγγραφείς του DOC δεν μιλάνε ρητά για ιδιοποίηση «οργανωτικών δομών» αλλά, επί παραδείγματι, για «ενεργή ιδιοποίηση κοινωνικών χώρων [sites με σκοπό την κινητοποίηση (McAdam et al, 2001, σ.44). Δεύτερον, μπορεί η «ιδιοποίηση» να είναι ιδιαίτερα ελκυστική σε ομάδες που δεν έχουν πόρους, όμως δεν αφορά απλά τη χρήση υφιστάμενων οργανώσεων, δικτύων ή χώρων· για να επιτύχει, απαιτείται η επίτευξη μιας νέας διυποκειμενικής σύγκλισης επί του πρακτέου και, πιο συγκεκριμένα, ο αναπροσανατολισμός των στοχεύσεων, ακόμα και των ταυτοτήτων των εκάστοτε ομάδων προς την κατεύθυνση της κινητοποίησης και της καινοτόμου, μαχητικής συλλογικής δράσης (McAdam et al, 2001, σ.316, 2008, σ.325). Απαιτείται, με άλλα λόγια, η πολιτική ικανότητα των διεκδικητών, ή αλλιώς η «δημιουργική πολιτισμική/οργανωτική εργασία» τους (McAdam et al, 2001, σ.47), ώστε να επιτευχθεί αυτός ο αναπροσανατολισμός προς τη «ριζοσπαστικοποίηση» και τη συμμετοχή στον πολιτικό αγώνα. Η ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης είναι σημαντική διότι, όπως έχει υποδειχθεί από πολλούς μελετητές της συλλογικής δράσης οι ιδιοποιούμενες οργανώσεις συνήθως δεν έχουν διεκδικητικό χαρακτήρα (π.χ. εκκλησίες, πολιτιστικά σωματεία), συχνά μάλιστα έχουν χαρακτήρα μάλλον θεσμικό· οι Bell (1973, σ.94) και Gurr (1970, σ.278) τονίζουν πως πέρα από τις «ουδέτερες» οργανώσεις, οι «αντικαθεστωτικοί» δρώντες, «παίρνουν τον έλεγχο» φιλικών ή ενταγμένων στο καθεστώς οργανώσεων και τις μετατρέπουν σε όργανα αμφισβήτησης.
Ο μηχανισμός της κοινωνικής ιδιοποίησης, εκ πρώτης όψεως μόνον εμμέσως άπτεται του ζητήματος της σύνδεσης ελίτ-μαζών· αναφέρεται, όμως, στο κρίσιμο για κάθε κινητοποίηση οργανωσιακό ζήτημα και συγκεκριμένα στην απόκτηση μιας «κοινωνικής/οργανωτικής βάσης». Αφορά δηλαδή την υπαγωγή σε κοινούς οργανωτικούς σχηματισμούς ενός στοιχειωδώς ευρέος φάσματος δρώντων και στρωμάτων, φάσματος που, μεταξύ άλλων, πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τμήματα των «ελίτ» όσο και, απαραιτήτως, μια μαζική βάση. Οι διεργασίες στις οποίες αναφέρεται ο συγκεκριμένος μηχανισμός, εφόσον αυτές τελεσφορήσουν, αφορούν στην εγκαθίδρυση νέων συνδέσεων μεταξύ δρώντων, συμπεριλαμβανομένων των «υποκειμένων» και των «κατεστημένων δρώντων», «μαζών» και ελίτ. Με άλλα λόγια, δεν νοείται σύνδεση ελίτ και «μαζών» χωρίς την οργανωσιακή συνύπαρξη ή συνεργασία τους.
Παρά τη μετατόπιση του αναλυτικού ενδιαφέροντος από τις «προϋπάρχουσες οργανώσεις», που εισηγείται ο μηχανισμός της «κοινωνικής ιδιοποίησης», είναι προφανές πως πρέπει πρώτα να διερευνηθεί η ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά των οργανώσεων, δικτύων και «χώρων», καθότι χωρίς αυτά δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός της «ιδιοποίησης». Οι κινηματικές – και ευρύτερα οι πολιτικές  - οργανώσεις μπορούν να ταξινομηθούν ως προς τη δομή τους σε ιεραρχικές, συγκεντρωτικές ή γραφειοκρατικές απ’ τη μία και σε αποκεντρωμένες/δικτυακές απ’ την άλλη (Jenkins, 1983, σ.539, Σεφεριάδης, 2006, σ.15-16, Shultz et al, 2004, σ.50). Ως προς τα δίκτυα, οι Della Porta και Diani (1999, σ.112) αναφέρουν τρεις τύπους δικτύων συναφών με τα κοινωνικά κινήματα: 1) αυτά που συνδέουν κινηματικές οργανώσεις μέσω μηχανισμών συντονισμού, 2) τα δίκτυα που συνδέουν κινηματικές οργανώσεις μέσω κοινών μελών, και 3) τα δίκτυα που επιτρέπουν τη στρατολόγηση ακτιβιστών μέσω πρότερων δεσμών και μορφών συμμετοχής. Η ύπαρξη διαπροσωπικών (φιλικών, οικογενειακών, κοινοτικών) ή οργανωτικών/πολιτικών δεσμών με περιβάλλοντα ευνοϊκά σε συγκεκριμένα ζητήματα ή τη συλλογική δράση γενικότερα ευνοούν τη συμμετοχή σε κινήματα (Della Porta και Diani, 1999, σ.113-4, 117-8, Emirbayer και Goodwin, 1994, σ.1420-22, Gorenburg, 2003, σ.16, Jenkins, 1983, σ. 538). Τα δίκτυα συνήθως θεωρούνται προϋποθέσεις της συλλογικής δράσης, όμως ταυτόχρονα είναι και παράγωγα αυτής.
Αρκετές αναφορές μπορεί να εντοπίσει κανείς σχετικά με την «κοινωνική ιδιοποίηση» σε εθνικιστικά, εθνοτικά και αποσχιστικά κινήματα. Πολλές μελέτες αναφέρονται εμμέσως στο μηχανισμό της ιδιοποίησης όταν περιγράφουν πως τέτοια κινήματα χρησιμοποίησαν ή βασίστηκαν σε φυλετικές (tribal) ενώσεις, αθλητικά και πολιτισμικά σωματεία, κλπ (βλέπε τον παρακάτω πίνακα). Οι εθνοτικές ομάδες, μάλιστα, φαίνεται να διαθέτουν πλεονέκτημα σε σχέση με άλλου τύπου ομάδες: εάν οι πυκνοί δεσμοί και τα διαπροσωπικά δίκτυα διευκολύνουν την εκδήλωση συλλογικής δράσης και τη συμμετοχή σε αυτή, τότε οι εθνοτικές ομάδες – οι οποίες συνήθως διέπονται από πυκνά πλέγματα δεσμών και δικτύων – δείχνουν να «προσφέρονται» ως βάση για κινητοποίηση (Laitin και Wildavsky, 1988, σ.501, Maiz, 2003, σ.209). Γενικότερα, η διαθεσιμότητα μονο-εθνοτικών παρά πολυ-εθνοτικών δικτύων, οργανώσεων κλπ τείνει να ευνοεί την ανάδυση εθνοτικού χαρακτήρα διεκδικητικής δράσης, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το μεγαλύτερο μέρος της αποσχιστικής κινητοποίησης.

πίνακας 6. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΙΔΙΟΠΟΙΗΣΗ
 
                                              κοινωνικούς χώρους       
εκκλησίες
αθλητικά σωματεία
συνδικάτα
φοιτητικές ενώσεις
κοινωνικές λέσχες
επαγγελματικές αδελφότητες
επιστημονικές ενώσεις
παράνομα δίκτυα


 
σύνδεση με                              δεσμούς            
πρόσβαση σε   υφιστάμενους     οργανώσεις
διείσδυση σε                             δίκτυα
                                               ενώσεις    


συγκρότηση κοινωνικής/οργανωτικής βάσης      

αναπροσανατολισμός στόχων
πολιτικοποίηση
ριζοσπαστικοποίηση
στρατολόγηση
στροφή σε διεκδικητική δράση
εθνικισμός
παραδοσιακά δίκτυα
φυλετικές (tribal) ενώσεις
μονο-εθνοτικά δίκτυα
συνεταιρισμοί
πολιτιστικά κέντρα
κύκλοι διανοουμένων/καλλιτεχνών
οργανώσεις διασποράς
εθνοτικοί θεσμοί



Γεφύρωση πλαισίων                              Ο μηχανισμός αυτός αναφέρεται λιγότερο από κάθε άλλον  στο DOC και στα άλλα έργα των συγγραφέων του.  Η «γεφύρωση πλαισίων» αναφέρεται ως «διαδικασία πλαισίωσης» από τους Snow και Benford (1988), απ’ όπου οι McAdam, Tarrow και Tilly (2001, σ.118-9) αντλούν για να την ορίσουν (χωρίς να την κατονομάσουν ως μηχανισμό) ως «τη συνειδητή προσπάθεια να συνενωθεί η ιδεολογία ενός κινήματος με ένα υφιστάμενο πολιτισμικό πλαίσιο». ». Επίσης, συζητώντας την προαναφερόμενη διαδικασία της «μετάθεσης κλίμακας», οι συγγραφείς του DOC (2001, σ.331) επισημαίνουν πως η επίταση της συγκρουσιακής δράσης συνοδεύεται από  τη διεύρυνση του αριθμού των συμμετεχόντων δρώντων και «τη γεφύρωση των αιτημάτων και των ταυτοτήτων τους»· αυτή η διεργασία θεωρούμε πως παραπέμπει στη «γεφύρωση πλαισίων» ως γνωστικό μηχανισμό. Ο Morgan (2004, σ.484) παραθέτει έναν άλλο ορισμό της «γεφύρωσης πλαισίων» (πάλι από τους Snow και Benford) ως «τη σύνδεση δύο ή περισσότερων ιδεολογικά συμβατών αλλά δομικά ασύνδετων πλαισίων σχετικά με ένα συγκεκριμένο ζήτημα».
Ο μηχανισμός αυτός, λοιπόν, όπως τον κατανοούμε εδώ, αναφέρεται στη σύνδεση, τον συσχετισμό και τη συνάρθρωση πλαισίων - δηλαδή ιδεολογιών, ταυτοτήτων, προγραμμάτων, επιδιώξεων, συμφερόντων, ερμηνειών, αξιών, γνωστικών σχημάτων, πολιτισμικών ιδιωμάτων – σε μια ενιαία αφήγηση στα πλαίσια διεκδικητικής, συγκρουσιακής δράσης. Η συνάρθρωση επιμέρους πλαισίων και επιδιώξεων αποτελεί μια αναγκαία συνθήκη για την εκδήλωση πλατιάς (και όχι μερικής) διεκδικητικής δράσης και συνοδεύει τη διεκδικητική συνάντηση διακριτών δρώντων. Για να είναι πραγματικά ευρεία αυτή η συνάρθρωση, πρέπει να ενσωματώνει τις στοχεύσεις και τα συμφέροντα δρώντων που προέρχονται τόσο από τα αδύναμα, λαϊκά στρώματα όσο και από τμήμα των (εν προκειμένω) εθνοτικών ελίτ. Αν και οι ελίτ μπορούν ευκολότερα να επιβάλλουν την ατζέντα τους, μπορούμε να θεωρήσουμε τη «γεφύρωση πλαισίων»  αποτελεσματική, όταν η απεύθυνση σε πλατύτερα  - οπότε λίγο ή πολύ ετερόκλητα – ακροατήρια δεν παραμένει απλή άθροιση και συγκόλληση  επιμέρους πλαισίων, αλλά  - έστω και συγκυριακά – κατορθώνει να μετασχηματιστεί σε ένα νέο όλον· αυτό σημαίνει πως η αναπόφευκτη απώλεια μέρους των νοηματικών συνδηλώσεων των επιμέρους πλαισίων, θα αναπληρωθεί με νέες, κοινές για όλους, νοηματοδοτήσεις.
Η  λειτουργία της «γεφύρωσης πλαισίων» μπορεί να κατανοηθεί με διάφορους τρόπους: Ο πρώτος είναι ο πιο «εργαλειακός» της «κλασικής ατζέντας», όπου οι «πλαισιώσεις» θεωρούνται ως στρατηγικό εργαλείο του κινήματος· είναι μάλλον αναμενόμενο ότι τη συνάρθρωση πλαισίων αναλαμβάνουν να την κωδικοποιήσουν και να την εντάξουν στον δημόσιο λόγο οι κινηματικές ηγεσίες, τμήμα των οποίων είναι και ορισμένες κατηγορίες ελίτ. Ο δεύτερος τρόπος είναι μέσω της κονστρουκτιβιστικής έννοιας της «κοινωνικής κατασκευής», ο οποίος προκρίνεται από το DOC. H «γεφύρωση» με βάση αυτή τη θέαση δεν προέρχεται από τα πάνω, αλλά είναι αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων - και διυποκειμενικών συγκλίσεων – εντός μιας συγκεκριμένης κατηγορίας διεκδικητών, αλλά και αλληλεπιδράσεων με άλλους διεκδικητές, με την κυβέρνηση, με τα μέσα ενημέρωσης (π.χ. Tilly και Tarrow, 2006, σ.5). Το πολιτικό σύστημα (και η ΔΠΕ) με τους περιορισμούς που θέτει σχετικά με τους διεκδικητικούς στόχους και πλαίσια, αλλά και οι διαθέσιμοι πολιτισμικοί πόροι «περιορίζουν και διαμορφώνουν τις εμπρόθετες προσπάθειες πλαισίωσης από τους ηγέτες του κινήματος» (McAdam et al, 2001, σ.44). Δεν θεωρούμε πως μπορεί να καθοριστεί επακριβώς σε θεωρητικό επίπεδο η ένταση του στρατηγικού στοιχείου της «γεφύρωσης πλαισίων» ούτε ο βαθμός προσδιορισμού της από τις ηγεσίες και ελίτ· μπορούμε, όμως, να θέσουμε τα όρια εντός των οποίων πιθανότατα κυμαίνεται η «γεφύρωση πλαισίων»: στο «κονστρουκτιβιστικό» άκρο, η «γεφύρωση» είναι αποτέλεσμα από τα κάτω αλληλεπιδράσεων και κατασκευών, οι οποίες συναιρούνται στα πλαίσια της συγκρουσιακής δράσης και ο ρόλος των ελίτ περιορίζεται στην κωδικοποίηση και άρθρωση των συνθέσεων· στο «εργαλειακό» άκρο, η συνάρθρωση είναι παράγωγο της ενσυνείδητης, στρατηγικής παρέμβασης των ηγεσιών και ελίτ, η οποία όμως πρέπει να συνάδει με πολλαπλά πλαίσια των διεκδικητών και των ευρύτερων στρωμάτων, ώστε να νομιμοποιηθεί. Η ακριβής «τιμή» της διακύμανσης εντός των ανωτέρω πλαισίων μπορεί να προσδιοριστεί μόνο μέσα από την εμπειρική διερεύνηση.
Περνώντας ειδικότερα στο πεδίο των εθνικιστικών και εθνοτικών κινημάτων, μπορούμε καταρχήν να παρατηρήσουμε πως αποτελούν μάλλον παραδειγματικές περιπτώσεις «γεφύρωσης πλαισίων». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την περίπτωση των ομάδων και κινημάτων που προβάλλουν εθνικιστικούς στόχους, όπως εξ ορισμού είναι και τα αποσχιστικά κινήματα: η εθνικιστική ιδεολογία έχει συναρθρωθεί με πλείστες πολιτικές ιδεολογίες και πολιτικές αρχές, θρησκευτικά δόγματα, κοινωνικά προτάγματα και πολιτισμικές παραδόσεις. Ο Miroslav Hroch (1996, σ.27, 35-6, 99-100) αναφέρεται σε μια κρίσιμη διεργασία που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τη μαζικοποίηση ή μη των εθνικιστικών κινημάτων: αυτή είναι η «συσχετισμένη με το έθνος σύγκρουση συμφερόντων», δηλαδή η εθνικοποίηση κοινωνικών συγκρούσεων, εθνικοποίηση που καθίσταται πιθανότερη όπου η πολιτική κουλτούρα και η ταξική συνείδηση είναι αδύναμες· αυτή η κρίσιμη διεργασία παραπέμπει (ή εμπεριέχει) τον μηχανισμό της γεφύρωσης πλαισίων. Παρά τις άπειρες παραλλαγές που προκύπτουν από τις συναρθρώσεις διαφορετικών πλαισίων, είναι δυνατόν κανείς να εντοπίσει κάποια βασικά ερμηνευτικά πλαίσια των εθνικιστικών κινημάτων καθώς και κάποιες βασικές στρατηγικές πλαισίωσης.
Η Grove (2001, σ.6-11)  εντοπίζει πέντε βασικά ερμηνευτικά πλαίσια των εθνικιστικών κινημάτων. Οι κύριες θεματικές γύρω από τις οποίες διαρθρώνονται είναι: ταυτότητα, διαφορά, παράπονα/στερήσεις, στόχοι και αφήγηση. Όπως, παρατηρεί και ο Maiz (2001, σ.200-01) τα εθνικιστικά πλαίσια προσδιορίζουν τα «αυθεντικά» μέλη της ομάδας και τα διακρίνουν από τους «ξένους», υποδεικνύουν πιθανούς συμμάχους, προσδιορίζουν τα κοινωνικο-οικονομικά συμφέροντα και τις πολιτικές στοχεύσεις (συμπεριλαμβανομένου του επιθυμητού τύπου διακυβέρνησης) του κινήματος. Μπορούμε να θεωρήσουμε το πέμπτο πλαίσιο, αυτό της αφήγησης, ως εκείνο που στον έναν ή άλλο βαθμό ενσωματώνει τα υπόλοιπα – ήτοι ταυτότητα/διαφορά, παράπονα και στόχους -  δηλαδή παράγει μια ορισμένη συνάρθρωση και «γεφύρωσή» τους. Η «γεφύρωση πλαισίων» δεν αποτελεί απλό άθροισμα των συστατικών της, όπως είπαμε, αλλά - όσο ευρύχωρη κι αν είναι - αποτελεί μια συγκεκριμένη, πολιτικά προσδιορισμένη σύνθεσή τους, η οποία αντανακλά ορισμένα συμφέροντα και στοχεύσεις περισσότερο από άλλα. Με άλλα λόγια, τα συγκεκριμένα πολιτικο-ιδεολογικά χαρακτηριστικά μιας εθνικής αφήγησης – νοούμενης ως αποτελέσματος της «γεφύρωσης πλαισίων» - προσδιορίζει και τον «συγκεκριμένο ηγεμονικό προσανατολισμό» (Maiz, 2003, σ.200-01), παρότι αυτός δεν είναι μόνιμος. Επιπλέον, αρκετοί μελετητές έχουν υποδείξει πως οι αφηγήσεις εθνικιστικών κινημάτων αποτελούν οδηγούς συλλογικής δράσης: «γεφυρώνουν» τις εθνοτικές ή εθνικές ταυτότητες με τις αδικίες και στερήσεις της ομάδας ή, σε μια άλλη εκδοχή, συνδέουν ένα ένδοξο παρελθόν με ένα υποβαθμισμένο παρόν· και στις δύο περιπτώσεις ο συλλογικός αγώνας της ομάδας προβάλλεται ως απαραίτητος, ως ο μόνος δρόμος  για την υπέρβαση της υποβάθμισης, της κρίσης ή της απειλής (Coakley, 2005, σ.551-3, Lecours, 2000, σ.113, Levinger Lytle, 2001, σ.178-9, 186-90, Oberschall, σ.989, 998).
Ο Maiz (2003, σ.200) αναφέρει - παραπέμποντας στη μελέτες κοινωνικών κινημάτων – τέσσερις στρατηγικές πλαισίωσης, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με την κατανόηση των εθνικιστικών αφηγήσεων ως απότοκων της «γεφύρωσης πλαισίων» και ως οδηγών δράσης: ο προσδιορισμός του (εθνικού) προβλήματος, η κατονομασία των αιτιών του, ο προσδιορισμός των «νόμιμων» εθνικών δρώντων (αυτών δηλαδή που δικαιούνται να ομιλούν στο όνομα της ομάδας), και ο «προσδιορισμός των στόχων και των πιθανοτήτων επίτευξής τους».

πίνακας 7. ΓΕΦΥΡΩΣΗ ΠΛΑΙΣΙΩΝ

ερμηνείες
αξίες
γνωστικά σχήματα
ιδιώματα
ταυτότητες
στάσεις
συμφέροντα
ιδεολογίες
επιδιώξεις
στόχοι
προγράμματα


 
συνάρθρωση
σύνθεση
σύνδεση           πλαισίων         
ώσμωση










εθνικισμός
αρχές εθνικιστικής ιδεολογίας
μνήμες
σύμβολα
μύθοι
παραδόσεις
θρησκείες
ιστορία/ιστορίες

 
    









 

        

ταυτότητα, παράπονα, στόχοι
 

         
                   αφηγήσεις
Μεσιτεία                  Ο τελευταίος μηχανισμός που εξετάζουμε είναι αυτός της μεσιτείας· η λειτουργία που επιτελεί αυτός ο μηχανισμός έχει υποδειχθεί από διάφορες μελέτες της συλλογικής δράσης και έχει κωδικοποιηθεί ως «γεφύρωση» ή «μετάφραση» (McAdam et al, 2008, σ.322). Στο DOC (McAdam et al, 2001, σ.26) η «μεσιτεία» ορίζεται ως
η σύνδεση δύο ή περισσότερων ασύνδετων κοινωνικών χώρων από μια μονάδα που μεσολαβεί στις μεταξύ τους σχέσεις ή/και ακόμα και [στις σχέσεις τους] με άλλους χώρους.
 Εναλλακτικά, αναφέρεται ως
κοινωνικές διαδικασίες οι οποίες παράγουν συνδέσεις και κοινά όρια εκεί που προηγουμένως δεν οργάνωναν πολιτική δράση (Tilly, 2003β).
Ειδικά με αυτόν τον δεύτερο ορισμό του Tilly η έμφαση δεν δίδεται πρωτίστως στον εμπρόθετο, στρατηγικό ρόλο κάποιων δρώντων (π.χ. των ελίτ) και τη στενά εργαλειακή δράση τους, αλλά σε κοινωνικές διεργασίες και αλληλεπιδράσεις στα πλαίσια των οποίων (ή ως απόληξη των οποίων) επιτελείται η «μεσιτεία» (Tilly, 2003β). Η «μεσιτεία», λοιπόν, περιλαμβάνει (Tilly, 2003α, σ.34, 110, 229):
1)   τη σύνδεση και διαμεσολάβηση μεταξύ χώρων προηγουμένως αποκομμένων,
2)   τη σύναψη νέων ή την αποφασιστική ισχυροποίηση παλαιότερων δεσμών, την ενεργοποίηση/απενεργοποίηση «ορίων, ταυτοτήτων και σχέσεων»,
3)   τον συντονισμό σε κοινή δράση (μεταξύ άλλων και μέσω της σύνδεσης «τοπικών συγκρούσεων με μεγαλύτερης κλίμακας διαμάχες),
4)   την αξίωση αντιπροσώπευσης ολόκληρων κατηγοριών ή ομάδων.
Η λειτουργία του μηχανισμού της μεσιτείας μπορεί να πιθανολογηθεί, όταν παρατηρείται ανάδυση νέων συλλογικών δρώντων (και ταυτοτήτων), δημιουργία νέων συμμαχιών, εμφάνιση συντονισμένης διεκδικητικής δράσης που περιλαμβάνει προηγουμένως αυτόνομους δρώντες, κλπ (McAdam et al, 2001, σ.142, 333-5, Tilly, 2003α, σ.229).
Ο μηχανισμός της μεσιτείας, λόγω του ότι αναφέρεται σε νέες συνδέσεις δρώντων και τον συντονισμό τους σε καινοτόμο, «υπερβατική», διεκδικητική δράση, θεωρείται από τους συγγραφείς του DOC ένας από τους πλέον σημαντικούς μηχανισμούς σε περιπτώσεις συγκρουσιακής δράσης (McAdam et al, 2001, σ.304, 322, Tilly, 2003α, σ.21).
Από τους πέντε μηχανισμούς που εξετάζουμε η «μεσιτεία» έχει την πλέον άμεση σχέση με τη σύνδεση ελίτ και  «μαζών» με την οποία ασχολούμαστε, όπως προκύπτει από τους ορισμούς και τις περιγραφές της λειτουργίας της που έχουμε αναφέρει. Η σύνδεση ελίτ-«μαζών» παραπέμπει σε μια ειδική – πλην, θεωρούμε, ιδιαίτερα κρίσιμη – μορφή «μεσιτείας», δηλαδή σύνδεσης αποκομμένων ή μη συντονισμένων πολιτικών δρώντων. Ειδικότερα, η σύνδεση ελίτ-«μαζών» παραπέμπει σε μια «κάθετη» μορφή μεσιτείας (υποκατηγορία της οποίας είναι και η «πελατειακού» τύπου μεσιτεία) παρά σε μια «οριζόντια» σύνδεση πολιτικών χώρων (McAdam et al, 2001, σ.334). Η μεσιτεία, λοιπόν, ως έχουσα άμεση σχέση με τη διαδικασία παρατεταμένης σύνδεσης ελίτ-«μαζών» σε κοινή, διεκδικητική δράση, εμπερικλείει και τους υπόλοιπους τέσσερις μηχανισμούς: Κατ΄ αρχάς, ένας από τους ρόλους του «μεσίτη» είναι, όπως έχουμε πει, η ενεργοποίηση συγκεκριμένων ταυτοτήτων και ορίων και η οργάνωση στη βάση αυτών πολιτικής δράσης. Επί του ιδίου ζητήματος, ο Wimmer (2008α, σ.995-7) σημειώνει πως τα «δίκτυα πολιτικών συμμαχιών» προσδιορίζουν σε σημαντικό βαθμό τη χάραξη και των εθνικών/εθνοτικών ορίων. Ισχύει όμως και το αντίστροφο: ότι ενεργοποιούνται συγκεκριμένες πολιτικές συμμαχίες και συνδέονται συγκεκριμένοι δρώντες (και όχι οποιοιδήποτε), ανάλογα  με το ποιο όριο έχει ενεργοποιηθεί.  Εν συνεχεία, μπορεί να θεωρήσει κανείς πως οι «μεσίτες» παίζουν κρίσιμο ρόλο στον προσδιορισμό του τι συνιστά ευκαιρία ή απειλή και στη διάχυση αυτής της ερμηνείας, πως έχουν σημαντική συμβολή στη συνάρθρωση και «γεφύρωση» διαφορετικών πλαισίων σε ένα ενιαίο ιδεολογικό πλαίσιο ή/και πρόγραμμα (κάτι απαραίτητο σε στοιχειώδες, έστω, επίπεδο, ώστε να συγκροτηθεί ένας πολιτικός συνασπισμός), καθώς και στην «κοινωνική ιδιοποίηση» οργανωτικών πόρων (χώρων, δικτύων, ακτιβιστών κλπ).
Θεωρώντας τον κομβικό μηχανισμό, οι συγγραφείς του DOC αναφέροουν πολλά παραδείγματα της λειτουργίας της «μεσιτείας»: για παράδειγμα, στην περίπτωση των «κοινοτικών» συγκρούσεων στις Μολούκες (νησιά κοντά στη Δ. Παπούα) συμμετείχαν «θρησκευτικές και ιθαγενείς ομάδες, διαγωνιζόμενοι για γραφειοκρατικές θέσεις εργασίας, άνεργοι νέοι», τοπικές ελίτ, κακοποιοί κ.α (McAdam et al, 2001, σ.331). Στο πρόσφατο κίνημα των Ζαπατίστας συνασπίστηκαν «ιθαγενείς κοινότητες, θρησκευτικοί ακτιβιστές, ριζοσπάστες των πόλεων και αντάρτες» (Tilly και Tarrow, 2006, σ.6). Επίσης αναφέρουν πως η επανάσταση στη Σικελία στα πλαίσια του Risorgimento αποτέλεσε μια ετερόκλητη συμμαχία γαιοκτημόνων, δημοκρατών της αστικής μεσαίας τάξης, εξαθλιωμένων χωρικών και άνεργων διανοουμένων (McAdam et al, 2001, σ.240, 254). Τέτοιες ευρείες συμμαχίες είναι σημαντικοί παράγοντες ενδυνάμωσης της διεκδικητικής δράσης σε διάφορα συγκρουσιακά φαινόμενα, όπως έχουμε ήδη αναφέρει: σε επαναστάσεις (π.χ. Skocpol, 1976, σ.192, 208), σε εμφύλιες συγκρούσεις (Kalyvas, 2003, σ.476), σε εθνοτικά και, κυρίως, εθνικιστικά κινήματα, όπως διαπιστώνει ο Gurr (2000, σ.76-8) μέσα από τη μελέτη δεκάδων τέτοιων κινημάτων· οι Delanty και OMahony (2002, σ.15) επισημαίνουν πως η ικανότητα του εθνικισμού να υπερκεράσει και ενσωματώσει άλλες κοινωνικές συγκρούσεις εξηγείται από την ικανότητα πολλών εθνικιστικών ελίτ να συγκροτήσουν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες.
Πριν παρουσιάσουμε τον πίνακα που συνοψίζει τη «μεσιτεία», λόγω του ότι ο μηχανισμός αυτός συνδέεται πιο άμεσα με τον εντοπισμό διαφορετικών δρώντων, παραθέτουμε από το DOC μια χρήσιμη ταξινόμηση πολιτικών δρώντων που εμπλέκονται στη συγκρουσιακή πολιτική (η οποία βασίζεται στο παλαιότερο Polity Model τουTilly). Οι δρώντες, λοιπόν, μπορούν σύμφωνα με τους  McAdam, Tarrow και Tilly (2001, σ.12) να διακριθούν σε:
κυβερνητικούς παράγοντες
«κατεστημένους δρώντες» [polity members] (συγκροτημένους πολιτικούς δρώντες οι οποίοι απολαμβάνουν συστηματική πρόσβαση σε κυβερνητικούς παράγοντες και πόρους)
διεκδικητές (συγκροτημένους πολιτικούς δρώντες που στερούνται αυτής της συστηματικής πρόσβασης)
υποκείμενα (άτομα και ομάδες που δεν έχουν οργανωθεί σε συγκροτημένους πολιτικούς δρώντες), και
εξωτερικούς πολιτικούς δρώντες, συμπεριλαμβανομένων άλλων κυβερνήσεων.

Στους «κυβερνητικούς παράγοντες» περιλαμβάνονται, προφανώς, οι διάφοροι αξιωματούχοι και τα όργανα των κυβερνήσεων, κύριοι αποδέκτες, των συλλογικών διεκδικήσεων. Στους «κατεστημένους δρώντες» μπορούν, πρωτίστως, να συμπεριληφθούν οι άρχουσες τάξεις ή ελίτ. Πάντως, με βάση αυτά που έχουμε αναφέρει παραπάνω σχετικά με τις ελίτ σε περιπτώσεις εθνικιστικών και εθνοτικών κινημάτων, οι ελίτ μειονοτικών ομάδων κατά κανόνα δε διαθέτουν τέτοια πρόσβαση· αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των Παπούα και λιγότερο των Ορόμο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, λοιπόν, οι μειονοτικές ελίτ μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ανήκουν κυρίως στην κατηγορία των διεκδικητών. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και οι κινηματικές οργανώσεις, καθώς και τα πολιτικά ενεργά τμήματα των ευρύτερων στρωμάτων («μαζών»). Οι «διεκδικητές» αποτελούν τους κατεξοχήν φορείς της συλλογικής, κινηματικής δράσης. Το μεγαλύτερο (τουλάχιστον όσον αφορά τις δύο ομάδες που εξετάζει η εργασία), όμως, τμήμα των «μαζών» ανήκει στην κατηγορία των «υποκειμένων». Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς του DOC (2001, σ.48), σε σχέση με τα «υποκείμενα» οι συγκροτημένοι πολιτικοί δρώντες, τόσο οι «κατεστημένοι δρώντες» όσο και οι «διεκδικητές», έχουν το πλεονέκτημα ότι «κατέχουν» οργανωτικές δομές και πόρους και έχουν διαμορφώσει μια στοιχειωδώς διακριτή πολιτική ταυτότητα (με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ικανότητα πολιτικής δράσης).
Μπορούμε, επίσης, να αναφερθούμε σε μια κατηγορία δρώντων μιας άλλης ταξινόμησης πολιτικών δρώντων, που πρότειναν οι Tilly και Tarrow σε μεταγενέστερο άρθρο τους και η οποία θεωρούμε ότι απεικονίζει με περισσότερο «δυναμικό» τρόπο την κρίσιμη μετάβαση από τα «υποκείμενα» στους «διεκδικητές»: η κατηγορία αυτή είναι οι «ακτιβιστές», οι οποίοι συγκροτούνται (δηλαδή δεν είναι ήδη συγκροτημένοι) σε πολιτικούς δρώντες κατά τη διάρκεια ή μέσα από τη συμμετοχή σε συλλογική, συγκρουσιακή δράση (Tilly και Tarrow, 2006, σ.7).
πίνακας 8. ΜΕΣΙΤΕΙΑ
 

σύνδεση               
διαμεσολάβηση  ασύνδετων      δρώντων
                                              κοινωνικών χώρων

 




                νέες συμμαχίες/συνασπισμοί
           νέοι, μεγαλύτερης κλίμακας δρώντες
                  ευρύτερες οργανώσεις
               συνένωση δρώντων/οργανώσεων
        συντονισμένη, μεγαλύτερης κλίμακας δράση
        σύνδεση τοπικών με κεντρικές συγκρούσεις
εθνικισμός
σχετιζόμενοι μηχανισμοί







εθνικιστικά μέτωπα

οργανώσεις-ομπρέλες

εθνικοποίηση τοπικών/κοινωνικών συγκρούσεων

διαμόρφωση διαταξικού συνασπισμού

απόδοση ομοιότητας
ενσωμάτωση/αποκοπή
διάχυση


Δρώντες

κυβερνητικοί παράγοντες


κατεστημένοι δρώντες



διεκδικητές
      
            ακτιβιστές

υποκείμενα



εξωτερικοί πολιτικοί δρώντες
άρχουσα τάξη
κεντρικές ελίτ
επιχειρηματική τάξη

περιφερειακές ελίτ
μεσαία τάξη
επαγγελματίες
γραφειοκράτες πολιτικοί «εργολάβοι»
διανοούμενοι
αποξενωμένη ιντελιγκέντσια

λαϊκά στρώματα
αγροτικά στρώματα

ξένες κυβερνήσεις
άλλα κινήματα






Σύνοψη ερευνητικού ζητούμενου και αναλυτικού πλαισίου

Το ερευνητικό ενδιαφέρον της παρούσας εργασίας είναι το πώς εκδηλώνεται και διενεργείται η αποσχιστική κινητοποίηση. Υπό τη μορφή κεντρικού ερωτήματος, το ενδιαφέρον αυτό εξειδικεύεται στο πώς οι «μάζες» συνδέονται με τις ελίτ σε παρατεταμένη, κοινή, διεκδικητική δράση σε περιπτώσεις αποσχιστικών κινημάτων. Οι «κλασικές» θεωρίες εθνικισμού και εθνοτικής κινητοποίησης, όπως και οι διάφορες «άμεσες» θεωρίες απόσχισης, αν και πολλαπλά χρήσιμες για την κατανόηση της εθνο-πολιτικής συλλογικής δράσης και του αποσχιστικού φαινομένου, δεν έχουν άμεση απάντηση σε αυτό το ερώτημα, καθότι εστιάζουν στον προσδιορισμό αιτιολογικών δομικών και μακρο-ιστορικών συνθηκών. Ομοίως, θεωρούμε προβληματική την κύρια προσέγγιση που απαντά στο πώς εκδηλώνεται η κινητοποίηση, δηλαδή τις αναλύσεις που εστιάζουν στον ρόλο των ελίτ. Το ευρύτερο πεδίο απ’ όπου αντλούμε την υπό διερεύνηση απάντηση που δίνουμε στο κεντρικό ερώτημα, είναι αυτό των μελετών που συνδυάζουν τη βιβλιογραφία του εθνικισμού και των εθνοτικών ταυτοτήτων με εκείνη των κοινωνικών κινημάτων. Ειδικότερα, βασιζόμαστε στο έργο Dynamics of Contention (DOC)· συμμεριζόμαστε τη σχεσιακή θέαση της συλλογικής δράσης που προτείνει και αποδεχόμαστε ως κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία μιας σχεσιακής ανάλυσης  τους  αιτιώδεις, επανεμφανιζόμενους μηχανισμούς, οι οποίοι αποτελούν τον πυρήνα της ερευνητικής ατζέντας του DOC. Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε πως, ενώ υπάρχουν ορισμένες αναλύσεις που συνδυάζουν τις βιβλιογραφίες του εθνικισμού και των κοινωνικών κινημάτων, δεν έχουμε εντοπίσει κάποια μελέτη που να χρησιμοποιεί για την ανάλυση ενός εθνικιστικού ή εθνοτικού κινήματος κάποιους από τους μηχανισμούς που προτείνει το DOC·  οι Mees (2004), Saxton (2004) και Stroschein (2011) αναφέρονται με, κατά βάση, θετικό τρόπο στην ερευνητική ατζέντα και τη σχεσιακή αναλυτική θέαση του DOC, όμως για διαφορετικούς λόγους δεν υιοθετούν κάποιον μηχανισμό ως εργαλείο εξήγησης των εθνικιστικών και εθνοτικών κινημάτων που διερευνούν. Στην παρούσα εργασία, βασιζόμενοι στην ερευνητική πρόταση του DOC υποδεικνύουμε ως απάντηση στο κεντρικό ερώτημα πέντε μηχανισμούς συγκρουσιακής δράσης: ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων, συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών, κοινωνική ιδιοποίηση, γεφύρωση πλαισίων και  μεσιτεία.  Διερευνούμε την υπόθεση ότι η διαδικασία της αποσχιστικής κινητοποίησης ως παρατεταμένης σύνδεσης ελίτ και «μαζών» σε από κοινού, διεκδικητική δράση αποτελείται, και άρα εξηγείται συνδυαστικά, από τους πέντε προτεινόμενους μηχανισμούς· δηλαδή – για να το θέσουμε περισσότερο περιγραφικά – εξηγείται στη βάση αλληλεπιδράσεων που ενισχύουν τους (εθνοτικούς) δεσμούς μεταξύ των διεκδικητών, παράγουν κοινές ερμηνείες και πολιτισμικές κατανοήσεις, διαμορφώνουν κοινά ιδεολογικά και προγραμματικά πλαίσια, μετασχηματίζουν προϋπάρχοντα δίκτυα και συλλογικότητες, θέτοντάς τα σε διεκδικητική τροχιά, και συνασπίζουν διακριτούς ή και εντελώς αποκομμένους δρώντες (ελίτ και «μάζες») σε κοινή, διεκδικητική δράση.

Το αποσχιστικό κίνημα στη Δυτική Παπούα: μια απεικόνιση του αναλυτικού πλαισίου

Σε αυτή την ενότητα θα επιχειρήσουμε ένα εμπειρικό έλεγχο του πλαισίου ανάλυσης της αποσχιστικής κινητοποίησης που υιοθετούμε εξετάζοντας την περίπτωση του αποσχιστικού κινήματος στη Δυτική Παπούα της Ινδονησίας. Η εργασία εξετάζει εις βάθος το ιστορικό και  κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα το αποσχιστικό κίνημα: καταρχήν, εξετάζεται το ιστορικό πλαίσιο και η διαμόρφωση του ινδονησιακού κράτους, δίνοντας έμφαση α) στη συγκρότηση και το περιεχόμενο της κυρίαρχης αφήγησης του ινδονησιακού εθνικισμού, β) στη συγκρότηση του κράτους και τις κρατικές πολιτικές ιδιαίτερα όσον αφορά το ζήτημα της εθνικής ενσωμάτωσης και τις σχέσεις κέντρου-περιφέρειας, και γ) στις πολλαπλές εσωτερικές συγκρούσεις, εθνοτικές και αποσχιστικές, που εκδηλώθηκαν στην Ινδονησία. Αυτή η ενότητα συντελεί στην κατανόηση του πολιτικού και ιστορικού πλαισίου εντός του οποίου διεξάγεται η αποσχιστική σύγκρουση στη Δυτική Παπούα, τη στάση της ινδονησιακής κυβέρνησης απέναντι στο αποσχιστικό κίνημα, καθώς και διάφορα επιμέρους χαρακτηριστικά της αποσχιστικής σύγκρουσης. Εν συνεχεία εξετάζεται αυτή καθαυτή η αποσχιστική σύγκρουση, η οποία διαρκεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Αρχικά παρουσιάζονται τα στοιχεία που συνθέτουν την ιδιομορφία της Δ. Παπούα και εν συνεχεία η εξέλιξη του αποσχιστικού κινήματος, με έμφαση στην ανάδυση του εθνικισμού των Παπούα και τις κρατικές πολιτικές στην περιοχή· μόνο μετά την ολοκλήρωση και αυτής της διερεύνησης γίνεται ανάλυση της σύγκρουσης με βάση τους πέντε μηχανισμούς κινητοποίησης που έχουμε επιλέξει. Η ανάλυση με βάση τους πέντε μηχανισμούς γίνεται εις διπλούν, καθώς χωρίζουμε το αποσχιστικό κίνημα σε δύο φάσεις.   
Στα πλαίσια της παρούσας εισήγησης δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες της ιστορικο-πολιτικής ανάλυσης και της αποτίμησης της επεξηγηματικής ισχύος των πέντε μηχανισμών. Αναγκαστικά, λοιπόν, θα περιοριστούμε σε μια απλή απεικόνιση της ανάλυσης και των αποτελεσμάτων της.

Ιστορική σύνοψη της σύγκρουσης στη Δ. Παπούα

Μπορούμε να συνοψίσουμε τις εξελίξεις και την αποσχιστική σύγκρουση στη Δ. Παπούα με βάση την περιοδολόγηση του εθνικιστικού κινήματος από τον Peter King (2004, σ.65-6) σε τέσσερις φάσεις:

1.   Η «αποικιακή» περίοδος (τέλος Β΄ Π.Π.–1962)           Ενώ οι Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες απέκτησαν επισήμως την ανεξαρτησία τους στο τέλος του 1949 (ως Ινδονησία πλέον), η Δ. Παπούα παρέμεινε υπό ολλανδική διοίκηση. Οι αποικιακές πολιτικές των Ολλανδών στόχευαν στη δημιουργία μιας διακριτής ταυτότητας για τον γλωσσικά και κοινωνικά κερματισμένο πληθυσμό της περιοχής. Πράγματι, απότοκο των εκσυγχρονιστικών αποικιακών πολιτικών ήταν η συγκρότηση μιας ολιγάριθμης πρωτο-εθνικής ελίτ, η οποία εισήλθε στον δρόμο της πολιτικοποίησης, ενόψει και της υποσχεθείσας από τους Ολλανδούς ανεξαρτησίας. Ταυτόχρονα, κατά το διάστημα αυτό (δεκαετία 1950) το ινδονησιακό κράτος και ο Σουκάρνο απαιτούσαν με κλιμακούμενη ένταση την «επιστροφή» της Δ. Παπούα στην Ινδονησία, κάτι που θα σηματοδοτούσε την τελική νίκη επί της αποικιοκρατίας και την επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης. Και ενώ ο εντεινόμενος πολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ Ινδονησίας και Ολλανδίας διολίσθαινε σε ανοικτή στρατιωτική αντιπαράθεση, η κεκαλυμμένη παρέμβαση των ΗΠΑ οδήγησε τις δύο πλευρές στη Συμφωνία της Νέας Υόρκης (1962). Κύριος συλλογικός φορέας των νεότευκτων γηγενών εθνικιστικών επιδιώξεων είναι το νομοθετικό-συμβουλευτικό «Συμβούλιο της Νέας Γουινέας», αλλά και γηγενή πολιτικά κόμματα γηγενών, όπως το Parna. Οι σημαντικότερες, από πλευράς εθνικισμού, εξελίξεις αυτής της περιόδου είναι η δημιουργία εθνικών συμβόλων (σημαία, εθνικός ύμνος) και η ανάδειξη του ζητήματος της εθνικής αυτοδιάθεσης. Αυτό έγινε επισήμως το 1961, μέσω της σύγκληση της «1ης Εθνικής Συνέλευσης» των Παπούα» και την δημοσιοποίηση του «Πολιτικού Μανιφέστου», του πρώτου ξεκάθαρα εθνικιστικού κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο γηγενής εθνικισμός αποτελεί εγχείρημα μιας σχετικά μικρής, μορφωμένης στα αποικιακά σχολεία, «ελίτ».
2.   Η μεταβατική περίοδος (1962-1969)                   Η συμφωνία - νίκη του Σουκάρνο επέτρεψε στην Ινδονησία να αναλάβει (προσωρινά) τη διοίκηση της περιοχής με σκοπό τη διενέργεια δημοψηφίσματος το 1969, με το οποίο οι γηγενείς κάτοικοι θα επέλεγαν μεταξύ ανεξαρτησίας και ένωσης με την Ινδονησία. Το αποτέλεσμα του βίαια μεθοδευμένου από τις ινδονησιακές αρχές και νόθου δημοψηφίσματος (τύποις εποπτευόμενου από τον ΟΗΕ) οδήγησε στην επίσημη ενσωμάτωση της περιοχής – μετονομασθείσας σε Ίριαν Τζάγια (Irian Jaya) – στην Ινδονησία.
3.   Η περίοδος της «Νέας Τάξης» (1969-1998)                 Η ενσωμάτωση της περιοχής στο ινδονησιακό κράτος σχεδόν συμπίπτει με την ανάληψη της εξουσίας από τον στρατηγό Σουχάρτο, το αυταρχικό καθεστώς του οποίου (η επονομαζόμενη «Νέα Τάξη») διατηρήθηκε ως το 1998. Όπως όλες οι μελέτες της σύγκρουσης στη Δ. Παπούα τονίζουν, είναι αυτή την περίοδο που τα εθνικιστικά αισθήματα μεταξύ των γηγενών κατοίκων μαζικοποιούνται. Οι εντατικές πολιτικές κρατικής διείσδυσης, κοινωνικού ελέγχου, πολιτισμικής αφομοίωσης και οικονομικής ανάπτυξης που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του Σουχάρτο πυροδότησαν τη διάχυση αντι-ινδονησιακών αισθημάτων και προκάλεσαν την αντίσταση των Παπούα μέσω της απαίτησης για αυτοδιάθεση και απόσχιση. Τα αισθήματα αυτά ανακυκλώνονταν από την άγρια καταστολή που ασκούσαν οι δυνάμεις ασφαλείας και είχαν δεκάδες χιλιάδες θύματα, καθώς και την γρήγορη δημογραφική μεταβολή της περιοχής που συντελέστηκε μέσα από κρατικά προγράμματα μετανάστευσης (βλέπε επ’ αυτού και παρακάτω). Βεβαίως, η επιλογή του εθνικισμού και της απόσχισης δεν είχε την ίδια σημασία για όλους τους γηγενείς της Δ. Παπούα: για ορισμένους που είχαν έρθει σε αμεσότερη επαφή με τις αποικιακές πολιτικές και είχαν ξεκινήσει να διαμορφώνουν μια ιδιαίτερη ταυτότητα, οι αυταρχικές πολιτικές και η οικονομική εκμετάλλευση των πλούσιων φυσικών πόρων της περιοχής βιώθηκαν ως βίαιη ματαίωση των αυξημένων προσδοκιών για ανάπτυξη και  αυτοκυβέρνηση. Αυτή, σχηματικά, ήταν η «αμιγής» εθνικιστική απάντηση μεγάλου μέρους των μορφωμένων «ελίτ». Για την πλειοψηφία των Παπούα όμως αυτές οι πολιτικές αποτέλεσαν στην πραγματικότητα την πρώτη τους επαφή με τις νεωτερικές μορφές εξουσίας και ιδεολογίας, μια επαφή ιδιαίτερα βίαιη – κυριολεκτικά και συμβολικά – και τραυματική. Το ότι η αντίδρασή τους προσέλαβε εθνικιστικά χαρακτηριστικά, εκδηλώθηκε δηλαδή με όρους ενός κατεξοχήν νεωτερικού ιδιώματος,  οφείλεται τόσο στη γενικότερη ηγεμονία της εθνικιστικής ιδεολογίας στη σύγχρονη εποχή, όσο και στο ότι ο ήδη εκδηλωθείς πρώιμος εθνικισμός των ελίτ αποτέλεσε ένα πρόσφορο όχημα αντίστασης. Οργανωτικός και πολιτικός φορέας του εθνικισμού των Παπούα και του αποσχιστικού κινήματος κατά την περίοδο της Νέας Τάξης ήταν η οργάνωση Organisasi Papua Merdeka (OPM, «Οργάνωση για την Ελεύθερη Παπούα»). Η OPM δεν απέκτησε ποτέ σημαντική ισχύ, δηλαδή στέρεη οργανωτική δομή, αποτελεσματική ηγεσία, ικανό αριθμό μαχητών και επαρκή οπλισμό. Λόγω όμως και της γεωγραφίας του νησιού, που ευνοεί τακτικές ανταρτοπόλεμου, κατάφερε να διεξαγάγει περιοδικά μια σειρά από μικρής κλίμακας επιθέσεις. Κυρίως όμως ο αγώνας της προσέλαβε μια ισχυρή συμβολική σημασία και πέτυχε να συσπειρώσει τη μεγάλη πλειοψηφία των Παπούα.
4.   Η περίοδος του «εκδημοκρατισμού» (1998 - )             Η έναρξη της δημοκρατικής μετάβασης της Ινδονησίας το 1998 αποτέλεσε κομβικό σημείο μετασχηματισμού του κυρίαρχου χαρακτήρα αποσχιστικής δράσης στη Δ. Παπούα: η σποραδική ένοπλη αντίσταση έδωσε τη θέση της σε ένα μαζικό κίνημα ανεξαρτησίας, χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η οργανωτική άνθηση και η συλλογική  - μη βίαιη κατά το μεγαλύτερο μέρος - δράση. Στην πραγματικότητα, μόνο μετά το 1998 μπορεί κανείς να κάνει λόγο για συλλογική δράση στη Δ. Παπούα. Το «Presidium» αναδεικνύεται σε κύριο εκπρόσωπο και οργανωτικό φορέα της μαζικής, κινηματικής δράσης, τουλάχιστον κατά τα πρώτα χρόνια. Παρόλο που οι υπεραισιόδοξες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν με την έκρηξη της διεκδικητικής δράσης τα πρώτα δύο χρόνια μετά την πτώση του Σουχάρτο (περίοδος που ονομάστηκε «Άνοιξη των Παπούα») δεν ευοδώθηκαν, η συλλογική δράση ευρέων στρωμάτων της γηγενούς κοινωνίας και η σύγκρουσή τους με τις κρατικές πολιτικές συνεχίζεται ως σήμερα, αν και σε ένα πλαίσιο σαφώς λιγότερο αυταρχικό και βίαιο από εκείνο της περιόδου Σουχάρτο. Οι εξελίξεις στο εθνικιστικό κίνημα των Παπούα μετά το 2000 έχουν στο επίκεντρό τους τη χορήγηση ειδικού καθεστώτος αυτονομίας στην περιοχή  (2001) και την επιδίωξη  προσέλκυσης του διεθνούς ενδιαφέροντος.

Γενικά στοιχεία για την περιοχή και τον πληθυσμό

Με τον όρο «Δυτική Παπούα» εννοείται το δυτικό ήμισυ του νησιού της Νέας Γουϊνέας, του δεύτερου μεγαλύτερου νησιού στον κόσμο. Το νησί χωρίζεται πολιτικά στα δύο με μια τυπικά αποικιοκρατική γραμμή που ακολουθεί τον 141ο Μεσημβρινό. Η ίδια η συγκρότηση της οντότητας «Δυτική Παπούα» είναι λοιπόν – όπως και τόσες άλλες περιπτώσεις – συνέπεια της εξωγενούς, αποικιακής επέμβασης. Η έκταση της Δ. Παπούα – περίπου 420.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα – είναι συγκρίσιμη με αυτήν της Σουηδίας και αποτελεί το 22% ολόκληρης της ινδονησιακής επικράτειας. Η περιοχή γεωγραφικά μπορεί να χωριστεί σε τρεις ζώνες: την παραλιακή, την πεδινή με τις τεράστιες ελώδεις περιοχές (καλύπτουν ως και το 25% της Δ. Παπούα) και την ορεινή ζώνη (υψίπεδα), με ένα από τα μεγαλύτερα τροπικά δάση στον κόσμο και με οροσειρές που προσεγγίζουν τα 5.000 μέτρα.
Για τους γηγενείς κατοίκους της Δυτικής Παπούα χρησιμοποιείται στη βιβλιογραφία η συλλογική ονομασία «Δυτικοί Παπούα» - συνήθως όταν χρειάζεται να διακριθούν από τους εθνοτικά και πολιτισμικά όμοιους πληθυσμούς της Παπούα Νέας Γουϊνέας (ΠΝΓ) που κατοικούν στον ανατολικό ήμισυ του νησιού – ή, συνηθέστερα, η ονομασία «Παπούα», ιδιαίτερα μετά και τη σχετικά πρόσφατη αποδοχή αυτού του εθνώνυμου από την ινδονησιακή κυβέρνηση. Κατά τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε, ο μέσος πληθυσμός των Παπούα είναι περίπου 1 εκατομμύριο. Στην αρχή αυτής της περιόδου σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός της Δ. Παπούα, εκτός από μερικές χιλιάδες Ινδονήσιων και Ολλανδών, αποτελούνταν από τους γηγενείς· όμως, με την ανάπτυξη των κρατικών προγραμμάτων μετανάστευσης από τη δεκαετία του 1970 και την εθελούσια μετανάστευση από άλλες περιοχές της Ινδονησίας, ο γηγενής πληθυσμός συρρικνώθηκε από το 96% του συνολικού (1971) σε λιγότερο από 65% στις αρχές της δεκαετίας του 2000 .  Παρά το ότι ο συνολικός πληθυσμός της περιοχής προσέγγιζε τότε τα 2,5 εκατομμύρια και σημείωσε αύξηση κατά 60% σε σχέση με το 1985, η πληθυσμιακή πυκνότητα της – τεράστιας όπως είδαμε - περιοχής είναι μικρότερη από το 1/20 του εθνικού μέσου όρου  (McGibbon, 2004β, σ.20, 25, van den Broek, 2005, σ.76-9).
Η χρήση πάντως ενός κοινού εθνώνυμου για τους γηγενείς κατοίκους της Δ. Παπούα είναι σχεδόν τόσο πρόσφατη, όσο και η απόπειρα συγκρότησης μιας κοινής εθνικής ταυτότητας. Στην πραγματικότητα, η συγκρότηση μιας τέτοιας ταυτότητας έπρεπε να υπερβεί τον εντυπωσιακό γλωσσικό-πολιτισμικό πλουραλισμό της περιοχής: το νησί της Νέας Γουινέας συγκεντρώνει τη μεγάλη πλειοψηφία των γλωσσών Παπούα (διακριτές από τις αυστρονησιακές γλώσσες που ομιλούνται στο μεγαλύτερο μέρος της Ινδονησίας) και πιθανότατα αποτελεί την περισσότερο γλωσσικά πλούσια περιοχή στον κόσμο. Στην Δυτική Παπούα ειδικότερα έχουν καταγραφεί 312 γλώσσες (Chauvel, 2005, σ.4, McGibbon, 2004β, σ.31) – ή κατ’ άλλους 253 γλώσσες (Chauvel, 2003β, σ.15, Tebay, 2005, σ.13, van den Broek, 2005, σ.77) – οι οποίες αντιστοιχούν σε ισάριθμες φυλές (tribes).  Πάντως, το 80% των γηγενών ανήκει στις επτά μεγαλύτερες φυλές, ενώ τα 2/3 των υπόλοιπων τριακοσίων αποτελούνται από λιγότερα των 1000 άτομα  (McGibbon, 2004β, σ.31). Σε γενικές γραμμές, μπορεί κανείς να πει ότι οι φυλές στην περιοχή ζούσαν ως τις δεκαετίες του 1940-1950 ως καλλιεργητές, κτηνοτρόφοι και κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες. Η κάθε φυλή είχε τη δική της κοινωνική δομή, υλική κουλτούρα και θρησκεία. Χωρίς να απουσιάζουν κάποια κοινά πολιτισμικά στοιχεία και έθιμα καθώς και οι φιλικές σχέσεις και συγκρούσεις μεταξύ γειτονικών φυλών, η αλληλεπίδραση ήταν εν γένει περιορισμένη και, πάντως, σπάνια οδήγησε στη δημιουργία υπερ-φυλετικών κοινωνικών δομών και εδαφικών-πολιτικών οντοτήτων (Penders, 2002, σ.105-6, Zöllner, 2005α, σ.16). Η επαφή με τον «έξω κόσμο» ήταν περιορισμένη, με την εξαίρεση των παραλιακών κοινοτήτων (ιδιαίτερα των δυτικών) (Pouwer, 1999)· οι περισσότερες φυλές των Παπούα, διασκορπισμένες σε αχανείς, δύσβατες εκτάσεις τροπικών δασών, παρέμεναν «απομονωμένες». Αρκετές από τις φυλές των ορεινών περιοχών ήρθαν σε συστηματική επαφή με «ξένους» - δυτικούς ή Ινδονήσιους – μόλις τη δεκαετία του 1960 ή τις αρχές του 1970 (Braithwaite et al, 2010, σ.51). Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ήδη από τις πρώτες επαφές των δυτικών με τους ιθαγενείς πληθυσμούς δημιουργήθηκαν αντιλήψεις περί «πρωτόγονων», «κανίβαλων» και «ανθρώπων της λίθινης εποχής». Τέτοιες αντιλήψεις, παρατηρεί ο Kirsch, συνεχίζουν να αναπαράγονται ως σήμερα τόσο από δυτικούς αναλυτές (βλέπε π.χ. Hellberg, 1999, The Economist, 2010) όσο και ανεπισήμως από παράγοντες της ινδονησιακής κυβέρνησης (ICG, 2010β, σ.13, Kirksey, 2002, σ.25-33), λειτουργώντας νομιμοποιητικά σε σχέση με την καταπάτηση δικαιωμάτων των Παπούα από την κυβέρνηση και κάποιες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή (Kirsch, 2007, σ.54, 57, 64). Παρότι το πλέγμα των αποικιακών και ινδονησιακών πολιτικών και πρακτικών έχει επιφέρει αλλαγές στις παραγωγικές συνήθειες και τις αντιλήψεις των Παπούα, το 70% συνεχίζει να βιοπορίζεται μέσω των καλλιεργειών αυτοκατανάλωσης, ενώ αρκετά σημεία των κεντρικών ορεινών περιοχών με σημαντικό πληθυσμό παραμένουν με υποτυπώδη συγκοινωνιακά δίκτυα ή ολωσδιόλου χωρίς οδική πρόσβαση (McGibbon, 2004β, σ.43, Braithwaite, 2010, σ.51).
Οι Παπούα μπορούν να καταταχθούν στην κατηγορία των «ιθαγενών λαών» (indigenous peoples), κάτι που κάνει η βάση δεδομένων Minorities at Risk (MAR), ορίζοντας ταυτόχρονα τους ιθαγενείς ως
τους κατακτημένους απόγονους παλαιότερων κατοίκων μιας περιοχής, οι οποίοι ζουν σύμφωνα κυρίως με τα παραδοσιακά κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά έθιμά τους, τα οποία είναι ριζικά διακριτά από αυτά των κυρίαρχων ομάδων (MAR, 2009) .
Τα χαρακτηριστικά αυτά, σε συνδυασμό με τη συνήθη απουσία μιας γραπτής γλώσσας και μιας κωδικοποιημένης κουλτούρας, καθιστούν τους ιθαγενείς «ιδιαίτερα ευάλωτους απέναντι στην εκσυγχρονιστική διαδικασία και το κράτος»· αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τέτοιοι λαοί έχουν υποστεί πρακτικές, που κυμαίνονται από τις μαζικές σφαγές ως τη βίαιη ενσωμάτωση ή την πλήρη εγκατάλειψη. Στα πλαίσια αυτά, η στόχευση των ιθαγενών ομάδων που πολιτικοποιούνται αφορά κυρίως στη διαφύλαξη του ιδιαίτερου τρόπου ζωής και των εδαφών τους· η απόπειρα πολλών κυβερνήσεων να εκμεταλλευθούν τους φυσικούς πόρους που βρίσκονται στα εδάφη τους τροφοδοτεί την εκδήλωση συγκρούσεων (Eriksen, 1993, σ.125-6, 129). Τα παραπάνω ισχύουν σχεδόν απόλυτα στην περίπτωση των Παπούα. Η ιδιαιτερότητά τους είναι ότι εκτός από τη διαφύλαξη του τρόπου ζωής και της γης τους αγωνίζονται και για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου εθνικού κράτους, επιδίωξη που πολύ σπάνια διατυπώνεται από ιθαγενείς λαούς (Eriksen, 1993, σ.126, Feldman, 2001, σ.164).
Η εκδήλωση εθνικισμού στη Δ. Παπούα φαντάζει εκ πρώτης όψεως απροσδόκητη, όχι μόνο λόγω της αναντιστοιχίας της με τη συνήθη στόχευση της ιθαγενούς κινητοποίησης, όσο κυρίως υπό  το φως των «δομικών» (ιστορικών και πολιτισμικών) δεδομένων που έχουμε θίξει: υψηλός βαθμός εθνοτικής και γλωσσικής ετερογένειας, απουσία ισχυρών δεσμών και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των διάφορων φυλών, φυλετικές συγκρούσεις και αντιπαλότητες, έντονη γεωγραφική διασπορά, απουσία εγγράμματων γλωσσών, αυθαίρετη οριοθέτηση της Δ. Παπούα ως εδαφικο-πολιτικής οντότητας, απουσία κοινής πολιτικής εμπειρίας και οργάνωσης. Θα ήταν παράλειψη, όμως, να μην αναφερθούμε σε δύο χαρακτηριστικά τα οποία αποτέλεσαν την πολιτισμική βάση της συγκρότησης μιας κοινής ταυτότητας ανάμεσα στις φυλές των Παπούα, χαρακτηριστικά των οποίων η επίδραση δεν ήταν βέβαια προδιαγεγραμμένη, αλλά αναδύθηκε με σχεσιακό τρόπο μέσα από την επαφή με τους Ινδονήσιους. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι, πρώτο και σημαντικότερο, η φυλετική ομοιότητα των Παπούα και, δεύτερο, η χριστιανική πίστη στην οποία προσηλυτίστηκαν εντός του 20ου αιώνα. Οι Παπούα θεωρούνται ότι ανήκουν στην ευρύτερη εθνο-πολιτισμική ομάδα των Μελανήσιων, πληθυσμών οι οποίοι σήμερα κατοικούν σε κράτη όπως η ΠΝΓ, το Βανουάτου, τα νησιά Φίτζι και η Νέα Καληδονία. Βεβαίως, συνείδηση μιας τέτοιας πολιτισμικής και περιφερειακής οντότητας – όχι ιδιαίτερα ισχυρής άλλωστε - δεν είχαν οι περισσότεροι Παπούα μέχρι πριν λίγες δεκαετίες. Το πλέον καθοριστικό στοιχείο στην ανάπτυξη ενός αισθήματος φυλετικής διαφορετικότητας ήταν η ταυτόχρονη συνειδητοποίηση της φαινοτυπικής ομοιότητας με ανθρώπους από άλλες φυλές και των διαφορών από τους – κυρίαρχους - «Ασιάτες» Ινδονήσιους. Η φυλετική διάσταση της ταυτότητας των Παπούα ενισχύθηκε σημαντικά από τον φυλετικό λόγο και τη συχνά ρατσιστική συμπεριφορά των Ινδονήσιων κυβερνητικών υπαλλήλων και μεταναστών. Ως προς τη θρησκεία, οι ιθαγενείς ομάδες ανιμιστών όπως οι Παπούα (ή οι Dayak στο Βόρνεο) αποτέλεσαν προφανώς παρθένα γη για τους ευρωπαίους ιεραπόστολους, σε διαφοροποίηση από την πλειοψηφία του πληθυσμού των Ολλανδικών Ινδιών που ασπάζονταν τον ισλαμισμό. Το αποτέλεσμα της εντατικής ιεραποστολικής δράσης είναι ότι σήμερα το 96% των γηγενών στη Δ. Παπούα δηλώνουν χριστιανοί, ενώ το υπόλοιπο 4% είναι μουσουλμάνοι  (McGibbon, 2004β, σ.39, Zöllner, 2005α, σ.41). Βέβαια, αρκετά στοιχεία των προγενέστερων ιθαγενών θρησκειών επιζούν ως σήμερα.

Εθνικισμός στη Δ. Παπούα: «πηγές» και χαρακτηριστικά

Μπορεί κανείς να εντοπίσει, με βάση τη σύνοψη του Richard Chauvel (2005, σ.1-2), τέσσερις κύριες πηγές του εθνικισμού των Παπούα:
    I.        Την αποικιακή πολιτική των Ολλανδών                Αυτή αποσκοπούσε ηθελημένα, όπως είδαμε, να καλλιεργήσει μια διακριτή, μη ινδονησιακή ταυτότητα μεταξύ του πληθυσμού. Η προώθηση της εκπαίδευσης και η δημιουργία του Συμβουλίου της Νέας Γουινέας είναι ενδεικτικά αυτής της επιδίωξης και οδήγησαν στη συγκρότηση μιας γηγενούς ελίτ με εθνικά χαρακτηριστικά, καθότι για πρώτη φορά οι τοπικές/φυλετικές προσδέσεις έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα προς όφελος μιας ευρύτερης, υπερ-τοπικής και εδαφικής ταυτότητας. Επιπροσθέτως, οι αποικιακές πολιτικές με έμμεσο τρόπο κατέστησαν δυνατή την ανάδυση ενός κοινωνικού σώματος δεκτικού στο εθνικιστικό μήνυμα, το οποίο άρχισε να αρθρώνεται πιο εύγλωττα με τη συγκρότηση ενός ρητά εθνικιστικού κόμματος (Parna) και τις απαρχές οργανωτικής και ιδεολογικής συγκρότησης ενός εθνικιστικού κινήματος (Πολιτικό Μανιφέστο, 1η Εθνική Συνέλευση). Η παραμέληση της Δ. Παπούα στα πλαίσια των Ολλανδικών Αν. Ινδιών και η κατοπινή εξαίρεσή της από την απο-αποικιοποίηση συνετέλεσαν επίσης στην απουσία κοινών εμπειριών και δεσμών με τους Ινδονήσιους, είτε αυτές αφορούσαν τη συγκρότηση της «ινδονησιακής» ελίτ στα αποικιακά σχολεία είτε την κρίσιμη περίοδο του εθνικού/αντι-αποικιακού αγώνα και της κρατικής συγκρότησης.
  II.        Τη διαδικασία ενσωμάτωσης στο ινδονησιακό κράτος            Η πολιτική τύχη της Δ. Παπούα κρίθηκε χωρίς την οποιαδήποτε ουσιαστική συμμετοχή των κατοίκων της. Η επικράτηση της Ινδονησίας στη διένεξη με την Ολλανδία, με την καθοριστική τελικά παρέμβαση των ΗΠΑ, καθώς και η διενέργεια ενός προαποφασισμένης έκβασης δημοψηφίσματος το 1969 δημιούργησαν αίσθημα βαθιάς αδικίας σε μεγάλο μέρος των γηγενών και αρνητικά συναισθήματα απέναντι στην ινδονησιακή κυβέρνηση.
III.        Τις πολιτικές της Νέας Τάξης             Αυτές, όπως έχουμε αναφέρει, συνίσταντο στον στενό έλεγχο από την κεντρική κυβέρνηση και την καταστολή, στην οικονομική εκμετάλλευση και την άνιση ανάπτυξη, καθώς και στις πολιτισμικές διακρίσεις (συχνά με ρατσιστικό περιεχόμενο) οι οποίες στην πράξη απέκλειαν τους Παπούα από το εθνικό σώμα. Οι πολιτικές αυτές του καθεστώτος Σουχάρτο έστρεψαν αποφασιστικά πλέον τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού εναντίον του ινδονησιακού κράτους· η έντονη αυτή δυσαρέσκεια εκφράστηκε ως σχεδόν πάνδημη υποστήριξη στην προοπτική της «ελευθερίας» (merdeka), δηλαδή ανεξαρτησίας πολιτικής, οικονομικής, τρόπου ζωής κλπ, την οποία προπαγάνδιζε με τη δράση της η οργάνωση OPM.
 IV.        Τη δημογραφική ανατροπή και την κυριαρχία των μεταναστών               Παρά το ότι οι ανταγωνισμοί μεταξύ των γηγενών και των μεταναστών δεν διολίσθησαν στην μεγάλης κλίμακας βία που εκδηλώθηκε σε άλλες περιοχές της Ινδονησίας το 1999, η μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική ισχύς των μεταναστών δημιούργησε στους Παπούα την πικρή αίσθηση ότι δεν είναι «κύριοι της γης τους», αίσθηση που επιτείνεται από το φόβο πως σύντομα θα είναι (αν δεν είναι ήδη) και αριθμητική μειονότητα.

Εν συνεχεία, μπορούμε πολύ συνοπτικά να αναφερθούμε σε τρία βασικά χαρακτηριστικά που προσέλαβε ο εθνικισμός των Παπούα.
1.   ο αντι-ινδονησιακός και παν-… χαρακτήρας του                    Εξαρχής ο εθνικισμός των Παπούα, ακόμα και όταν περιοριζόταν στις τάξεις μιας μικρής ελίτ, επεδίωκε να ενώσει τους γηγενείς κατοίκους και τις εκατοντάδες φυλές ολόκληρης της Δ. Παπούα σε μια κοινή, υπέρτερη ταυτότητα. Μπορεί να μην αποτέλεσε ένα παν-εθνικιστικό κίνημα με την αυστηρή έννοια ενός εθνικισμού που υπερβαίνει κρατικά σύνορα ή/και ενσωματώνει επιμέρους κινήματα, όμως η εμφάνισή του και, κυρίως, η επιτυχία του ήταν σύμφυτη με την απόσπαση της αφοσίωσης μελών διαφορετικών φυλετικών κοινοτήτων - διασκορπισμένων σε μια τεράστια έκταση, που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και ως και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (σε ορισμένες περιπτώσεις δεκαετίες) κατά κανόνα αγνοούσαν τον κόσμο έξω από την άμεση εμπειρία τους ή την ύπαρξη μιας οντότητας με το όνομα «Δυτική Νέα Γουινέα» - σε έναν κοινό πολιτικό στόχο, στο όνομα ενός νέου συλλογικού υποκειμένου, των «Παπούα». Υπό αυτή την έννοια, ο εθνικισμός των Παπούα θα μπορούσε ενδεχομένως να χαρακτηριστεί «παν-εθνοτικός», «παν-ιθαγενής» ή «παν-φυλετικός» (pan-tribal). Μια βασική προϋπόθεση συγκρότησης μιας παν-Παπούα ταυτότητας, μιας θετικής ταυτότητας δηλαδή, ήταν η ύπαρξη αντι-ινδονησιακών αισθημάτων σε ευρέα στρώματα του γηγενούς πληθυσμού· δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η ταυτότητα των Παπούα ξεκίνησε και αναπτύχθηκε ως αρνητική ταυτότητα, και συγκεκριμένα αντι-ινδονησιακή. Ο αντι-ινδονησιακός χαρακτήρας του εθνικισμού των Παπούα, πολύ περισσότερο δε του αποσχιστικού κινήματος, παραμένει έντονος ως σήμερα.
2.   Από ελίτ σε μαζικό εθνικισμό            Βεβαίως, κάθε επιτυχημένος εθνικισμός ακολουθεί αυτή την τροχιά, όμως δε θα πρέπει να θεωρείται εκ των προτέρων αυτονόητη. Στην περίπτωση των Παπούα, η μαζικοποίηση της εθνικής συνείδησης συνιστούσε και τη διάχυσή της από τα παράλια (απ’ όπου προέρχονταν κατά κανόνα οι ελίτ λόγω της εντονότερης εκεί παρουσίας της αποικιακής διοίκησης) προς τα ορεινά ενδότερα της περιοχής. Βεβαίως, η διάχυση μιας γηγενούς εθνικής συνείδησης αποτελεί διαδικασία η οποία είναι ακόμα εν εξελίξει. Το κύριο εμπόδιο που έπρεπε να υπερβεί το εθνικιστικό κάλεσμα για αφοσίωση σε μια εθνική ταυτότητα όλων (και μόνον) των Παπούα, ήταν ότι εκ των πραγμάτων έπρεπε να αντιμετωπίσει δύο ανταγωνιστικές μορφές ταύτισης: στη μεγαλύτερη κλίμακα, αυτήν του ινδονησιακού έθνους και σε μικρότερη κλίμακα, αυτές που παρέπεμπαν στις τοπικές/φυλετικές κοινότητες. Πέρα από τις εκτιμήσεις των περισσότερων αναλυτών και παρατηρητών, που συγκλίνουν, στη σταδιακή επικράτηση της ταυτότητας των «Παπούα», σύμφωνα με μια από τις ελάχιστες έρευνες που ευθέως  έθεσαν αυτό το ζήτημα, το 2006 το 52% των ερωτώμενων γηγενών αναγνώριζαν πρωτίστως τους εαυτούς τους ως «Παπούα», 30% πρωτίστως ως μέλη της φυλετικής τους ομάδας και 14% ως Ινδονήσιους.
3.   Η προσθήκη έντονων εθνοτικών χαρακτηριστικών στον αρχικά εδαφικό-πολιτικό εθνικισμό των Παπούα            Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο, αφού όλοι οι εθνικισμοί ενσωματώνουν «πολιτικά» και «εθνοτικά» στοιχεία. Τα συγκεκριμένα, όμως, χαρακτηριστικά της εθνοτικής διάστασης του εθνικισμού των Παπούα έχουν κάποιες ιδιαιτερότητες: χαρακτηρίζεται (α) χαρακτηρίζεται  από το ασθενές «πολιτισμικό» στοιχείο της (με εξαίρεση ίσως τη χριστιανική πίστη), παρά τη συντελούμενη διαδικασία συγκρότησης ενός εθνοτικού «αμαλγάματος» (β) από τη στήριξη όχι σε μύθους εθνοτικής καταγωγής και μακραίωνης συνέχειας αλλά σε μια «λαϊκή μνήμη» που αναφέρεται σε γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος και (γ) έντονο φυλετικό (εδώ με την έννοια του racial και όχι του tribal) περιεχόμενό της.

Οι διαδικασίες της μαζικοποίησης και εθνοτικοποίησης δεν ήταν μόνο παράλληλες, αλλά και  - μπορεί κανείς βάσιμα να θεωρήσει – αιτιωδώς συνδεδεμένες: η ενίσχυση της φυλετικής διάστασης συνετέλεσε (μαζί με άλλους παράγοντες, με κύριο την έντονη δυσαρέσκεια από τις πολιτικές της Νέας Τάξης) στην ευκολότερη ταύτιση με μια παν-Παπούα κοινότητα και την πολιτική διεκδίκηση της ανεξαρτησίας στο όνομά της. Η απτή και εύληπτη αναφορά σε μια μελανησιακή καταγωγή (σε αντίστιξη πάντα με τους «Ασιάτες» Ινδονήσιους) διευκόλυνε τη μετατόπιση της αφοσίωσης των γηγενών από τις ιδιαίτερες ταυτότητες σε μια πλατύτερη και μεγαλύτερης κλίμακας ταυτότητα, εν προκειμένω τη μετατόπιση από τις φυλές (tribes) στη φυλή (race)· από τη στιγμή που έγινε δυνατή η σύνδεση με μια ταυτότητα που υπερέβαινε την τοπική, άμεση εμπειρία, με μια «φαντασιακή κοινότητα» με άλλα λόγια,  η πρόσληψη εθνικού χαρακτήρα από αυτή την υπέρτερη ταυτότητα ήταν  - βάσει του δεδομένου ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου – περίπου αναμενόμενη.

Χαρακτηριστικά των δύο φάσεων του αποσχιστικού κινήματος

Πριν προχωρήσουμε στην αποτίμηση της λειτουργίας των πέντε μηχανισμών, θα επιχειρήσουμε μια σύνοψη κάποιων βασικών διαστάσεων των δύο φάσεων του αποσχιστικού κινήματος στη Δ. Παπούα. Θυμίζουμε πως η πρώτη φάση του αποσχιστικού κινήματος διήρκεσε από το 1965 ως το 1998 και χαρακτηρίζεται από τη σποραδική «ένοπλη» δράση της οργάνωσης ΟΡΜ· η δεύτερη φάση διαρκεί από το 1998 ως σήμερα, χαρακτηρίζεται από την εκδήλωση μαζικής, μη-βίαιης διεκδικητικής δράσης (παρά τις επιθέσεις της ΟΡΜ τουλάχιστον ως το 2006) και την ανάδυση πολλαπλών κινηματικών οργανώσεων. Οι διαστάσεις που εξετάζουμε, τις οποίες δεν αντιλαμβανόμαστε ως μεταβλητές αλλά ως όψεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την κατανόηση της «λειτουργίας των μηχανισμών», είναι οι δράσεις και τα ρεπερτόρια, η οργανωτική δομή, η ηγεσία, η ιδεολογία και οι πόροι. Τα κύρια χαρακτηριστικά τους τα συνοψίζουμε στον παρακάτω πίνακα.

πίνακας 9. ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟΣΧΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΥΟ ΦΑΣΕΙΣ
Διαστάσεις/χαρακτηριστικά
1η Φάση (1965-1998)
2η Φάση (1998-)
Κύρια οργάνωση
ΟΡΜ
οργανωσιακή άνθηση

Presidium, DAP, WPNCL
Δράσεις/ρεπερτόρια
τακτικές ανταρτοπολέμου

σποραδικές, χαμηλής κλίμακας επιθέσεις

«αντίσταση»
συλλογική, «μη βίαιη» δράση

πορείες, διαδηλώσεις

επανεμφανιζόμενοι «συγκρουσιακοί κύκλοι» (1998-2000, Νοε2001, Φεβ-Απρ2006, Ιαν-Μαρ2009, Ιουν-Ιουλ2010)
Οργανωτική δομή
χαλαρή, αποκεντρωμένη

δυο ανταγωνιστικές φράξιες
«εθνικές» (κάθετη δομή)

«οργανώσεις-ομπρέλες» (ομοσπονδιακή δομή)

«παραδοσιακές/φυλετικές»

φοιτητικές
Ηγεσία
αδύναμη, μη νομιμοποιημένη

έλλειψη «ηγέτη»
πλουραλιστική

ανάδειξη ηγετικών μορφών (Eluay, Beanal)
Ιδεολογία
Merdeka (απελευθέρωση)

μη επεξεργασμένη/μη συνεκτική
διαφορετικής ερμηνείες της «απελευθέρωσης»:
-       πλειοψηφία: ανεξαρτησία μέσω δημοψηφίσματος
-       μειοψηφία: αυτονομία ως πρώτο βήμα
Πόροι


Αριθμός μελών
500-1500 μαχητές

ολιγάριθμοι εφεδρικοί πυρήνες
περίπου 15.000-20.000 μέλη οργανώσεων
Οπλισμός
300-500 όπλα

απαρχαιωμένος

Χρηματοδότηση
μηδαμινή (αδυναμία «φορολόγησης», εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, απουσία εξωτερικής συνδρομής)
Περιορισμένη (εκτός από το Presidium για ένα διάστημα κα τη βοήθεια από αλληλέγγυες οργανώσεις του εξωτερικού)
Εξωτερική βοήθεια
ελάχιστη (μόνο αλληλεγγύη από λίγες οργ. ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή μικρά κράτη του Ειρηνικού)
αναβαθμισμένη, αλλά όχι κρίσιμη, κυρίως για θέματα ανθρ. δικ.
(ενδιαφέρον από ξένα media, πολλαπλασιασμός αλληλέγγυων οργανώσεων, στήριξη από βουλευτές δυτικών κρατών)
Εσωτερική νομιμοποίηση
πολύ υψηλή (συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των ελίτ)
Υψηλή

διαφοροποιήσεις ως προς
-       τη στρατηγική (ριζοσπάστες vs μετριοπαθείς)
-       την χορήγηση αυτονομίας (κυρίως μεταξύ των ελίτ)


Οι πέντε μηχανισμοί κινητοποίησης κατά την 1η Φάση

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε συνοπτικά τη «λειτουργία» των πέντε μηχανισμών κατά την πρώτη φάση του αποσχιστικού κινήματος (1965-1998). Θα προσπαθήσουμε να αποτιμήσουμε την αποτελεσματικότητά τους, κάτι που θα μας βοηθήσει στην απόπειρα «μέτρησής» τους που επιχειρούμε.

Συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών                Κατά την περίοδο της Νέας Τάξης δεν φαίνεται να ενεργοποιήθηκε αυτός ο μηχανισμός με τρόπο που να πυροδοτήσει την υφέρπουσα έντονη δυσαρέσκεια και το εθνικό αίσθημα των Παπούα· για την ακρίβεια, ήταν τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος της Νέας Τάξης που κατέστησαν δυσχερή την ενεργοποίηση αυτού του μηχανισμού. Αυτό είναι κρίσιμο σημείο, καθότι ο μηχανισμός που αναλύουμε εδώ βασίζεται μεν στην υποκειμενική πρόσληψη και νοηματοδότηση της πολιτικής συγκυρίας από τους δρώντες, όμως θα πρέπει να έχουν προϋπάρξει κάποια γεγονότα που να σηματοδοτούν μια κάποια αλλαγή στη «δομή πολιτικών ευκαιριών.
Το καθεστώς της Νέας Τάξης, λοιπόν, δεν άφηνε πολλά περιθώρια να συμβούν τέτοιες αλλαγές που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για να ενεργοποιηθεί ο συγκεκριμένος μηχανισμός. Αυτό συνέβαινε για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον,όπως κάθε αυταρχικό (ή «ισχυρό μη δημοκρατικό») καθεστώς ανεχόταν ένα εξαιρετικά περιορισμένο φάσμα συλλογικών δράσεων, εξωθώντας ουσιαστικά την όποια μαχητική διεκδίκηση στην παρανομία και τη χρήση βίας. Στην πραγματικότητα η Νέα Τάξη περιόρισε σημαντικά  - μέσω και αύξησης της κρατικής βίας – και τη συλλογική βία (που ήταν διάχυτη κατά την προηγούμενη περίοδο διακυβέρνησης) στα τρία αποσχιστικά κινήματα (Δ. Παπούα, Ατσέχ, Αν. Τιμόρ). Επιπλέον, τα αυταρχικά καθεστώτα, επειδή ακριβώς είναι «ισχυρά» (high-capacity), έχουν υψηλό βαθμό σταθερότητας και οι όποιες αλλαγές και ανακατατάξεις στα ανώτερα κλιμάκια κατά κανόνα δεν διαχέονται στην ευρύτερη κοινωνία ούτε μπορούν να χρησιμοποιηθούν από μη «κατεστημένους» πολιτικούς δρώντες (McAdam et al, 2001, σ.12)· για την ακρίβεια, όταν τέτοιες αλλαγές διαχυθούν, τότε το καθεστώς απειλείται με κατάρρευση, όπως συνέβη με τη Νέα Τάξη το 1998. Ο δεύτερος λόγος που συνέτεινε προς αυτό ήταν τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της Νέας Τάξης ως προς την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, την αντιμετώπιση των εθνοτικών και τοπικών ταυτοτήτων και την εδαφική οργάνωση της εξουσίας, δηλαδή τη «ΔΠΕ του εθνικισμού». Το καθεστώς της Νέας Τάξης ήταν ιδιαίτερα άτεγκτο και σε αυτά τα ζητήματα, κάτι που έχουμε αναλύσει διεξοδικά στο πρώτο μέρος· χαρακτηριστικά του ήταν: α) η επιβολή και θεσμοποίηση μιας συγκεκριμένης εθνικής αφήγησης (Pancasila) και η ποινικοποίηση κάθε εναλλακτικής απεικόνισης του έθνους (εθνοτικής, ισλαμικής, κομμουνιστικής), β) η αποθάρρυνση και καταστολή κάθε απόπειρας πολιτικοποίησης των εθνοτικών/τοπικών ταυτοτήτων, ακόμα και η απαγόρευση εγγραφής στη δημόσια ατζέντα ζητημάτων που άπτονταν των εθνοτικών σχέσεων, γ) η αυστηρή προσήλωση στη συγκεντρωτική άσκηση της εξουσίας και η αντιμετώπιση κάθε νύξης για διεύρυνση της τοπικής αυτονομίας ως απειλής για την εδαφική ακεραιότητα.
Στην προαναφερθείσα διπλή αιτία σχετικά με τα χαρακτηριστικά της Νέας Τάξης και τη ΔΠΕ που εγκαθίδρυσε, μπορούμε να προσθέσουμε δύο επιπλέον «ενδογενείς» πιθανές αιτίες της αδύναμης έντασης αυτού του μηχανισμού. Η πρώτη αφορά το ότι η ΟΡΜ,  όντας μια αδύναμη σε ισχύ και οργανωτικά ισχνή οργάνωση, δεν μπόρεσε μέσω της δράσης της να μετασχηματίσει την υφιστάμενη ΔΠΕ και να παράξει (ή να προκαλέσει) η ίδια πολιτικές ευκαιρίες. Η δεύτερη πιθανή ενδογενής αιτία αφορά στον ρόλο των ελίτ: η ηγεσία της ΟΡΜ και των σχηματισμών στο εξωτερικό προερχόταν κυρίως από τη μορφωμένη ελίτ, όμως η πλειοψηφία της γηγενούς ελίτ είχε ενσωματωθεί σε μεσαίες (κυρίως) θέσεις της τοπικής γραφειοκρατίας. Μπορεί η αφοσίωση των περισσότερων μελών της στο ινδονησιακό κράτος να μην ήταν ισχυρή και να απέρρεε από «πραγματιστικούς» υπολογισμούς, όμως η ίδια η θέση τους συνεπαγόταν πως δεν μπορούσαν να εμπλακούν ή θεωρούσαν αδιέξοδη την ένοπλη αποσχιστική δράση. Ευρισκόμενοι εκτός της ένοπλης κινηματικής διαδικασίας, τουλάχιστον με την έννοια της ενεργούς συμμετοχής, δεν ήταν «προδιατεθειμένοι» ή «πολιτικά συντονισμένοι» στο να διαγνώσουν την ανάδυση πολιτικών ευκαιριών ή απειλών που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί ο ένοπλος αποσχιστικός αγώνας.
Αν όντως στον μηχανισμό της «απόδοσης» οι ελίτ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, η στάση αυτή της πλειοψηφίας της γηγενούς ελίτ στη Δ. Παπούα ίσως εν μέρει εξηγεί την ισχνή «εμφάνιση» του μηχανισμού αυτού κατά την περίοδο της Νέας Τάξης.  
Αναφορικά με τον μηχανισμό της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών, μπορούμε καταρχήν να πούμε πως η επιλογή της «ένοπλης» δράσης αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο παράγωγο αυτού του μηχανισμού, εφόσον αυτή η μορφή αγώνα ήταν η μοναδική δίοδος που οι εθνικιστές Παπούα θεώρησαν εφικτή. Ταυτόχρονα, η δράση της ΟΡΜ μπορεί να απέρρεε από την κατανόηση της ενσωμάτωσης στην Ινδονησία και της εμπειρίας της εξουσίας της Νέας Τάξης ως μιας μόνιμης «απειλής» (από την καταστολή, την οικονομική εκμετάλλευση, την αθρόα έλευση μεταναστών). Πάντως, αυτές οι δύο κατανοήσεις της «ευκαιρίας» και «απειλής» είχαν περισσότερο μόνιμο χαρακτήρα· όμως, ο μηχανισμός της «απόδοσης» αναφέρεται πρωτίστως σε ερμηνείες δρώντων που εκδηλώνονται ως αντίδραση συγκεκριμένων πολιτικών συγκυριών και - πρωτίστως – αλλαγών (ή επικείμενων αλλαγών). Πιθανόν ο μηχανισμός να ενεργοποιήθηκε προς το τέλος της περιόδου Σουχάρτο (το 1996-1997), όπου εμφανίστηκαν πρωτοφανείς για την περιοχή μορφές σύγκρουσης (συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και δυνάμεων ασφαλείας σε πόλεις)· αυτά τα περιστατικά πιθανότατα συνδέονται με τις ενδείξεις αποδυνάμωσης του καθεστώτος και άρα μεταβολής της ΔΠΕ. Γενικότερα, πάντως, μπορούμε να πούμε πως ο μηχανισμός της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών/απειλών ενεργοποιήθηκε σπάνια, η έντασή του ήταν χαμηλή όπως και η αποτελεσματικότητά του (ή ο αντίκτυπός του).

Γεφύρωση πλαισίων                Πρόκειται για τον δεύτερο γνωστικό μηχανισμό, ο οποίος ενεργοποιήθηκε με πολύ μεγαλύτερη ένταση και επιτυχία από αυτόν της «συλλογικής απόδοσης ευκαιριών/απειλών». Η ηγεσία της ΟΡΜ και των εθνικιστικών πυρήνων του εξωτερικού επιχείρησαν να συναιρέσουν διάφορα παράπονα, ερμηνείες και εμπειρίες των γηγενών σε ένα ενιαίο αφηγηματικό και ιδεολογικό πλαίσιο, οι προσπάθειές τους όμως συναντούσαν αντικειμενικές δυσκολίες να φτάσουν στον ευρύτερο πληθυσμό (απόσταση, δυσχέρειες στην επικοινωνία, χαμηλά επίπεδα αλφαβητισμού και πρόσβασης σε μέσα ενημέρωσης). Η «γεφύρωση πλαισίων» ήταν περισσότερο αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων και κοινών εμπειριών, με την ΟΡΜ να διαδραματίζει ρόλο κωδικοποίησης και σύνθεσης· το αποτέλεσμα δεν ήταν ένας ιδεολογικός λόγος με τη στενή έννοια, μια «θεωρία», αλλά ένα πλουραλιστικό  πλην επαρκώς συνεκτικό πλαίσιο. Η «γεφύρωση πλαισίων» ενεργοποιήθηκε σε δύο επίπεδα, σε αυτό των «παραπόνων» και της δυσαρέσκειας (grievances) και σε εκείνο των «στόχων».
Όσον αφορά το επίπεδο των παραπόνων, η πολύμορφη δυσαρέσκεια των γηγενών μπορεί να συμπυκνωθεί στη ρήση «δεν είμαστε κύριοι της γης μας». Η «αφήγηση» της ΟΡΜ και του ευρύτερου εθνικιστικού κινήματος είχε περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα και εστίαζε σε «μεγάλα» ζητήματα που αφορούσαν το σύνολο των γηγενών της Δ. Παπούα. Το ένα σκέλος αφορούσε, όπως έχουμε πει, στην «άδικη» ενσωμάτωση στο ινδονησιακό κράτος,  και το άλλο στην περιγραφή της ινδονησιακής εξουσίας ως αποικιοκρατικής (Kivimäki και Thorning, 2002, σ.658-9). Μέσα από τα δύο αυτά ευρέα και ρωμαλέα πλαίσια μπορούσαν να αρθρωθούν και άλλα παράπονα διαφόρων ειδών, που αφορούσαν λίγο ή πολύ ολόκληρη τη γηγενή κοινωνία και παρέπεμπαν σε ειδικότερα πλαίσια: εγκατάλειψη από τη διεθνή κοινότητα, καταστολή και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων - ασφυκτικός έλεγχος από την Τζακάρτα - διαφθορά των κρατικών αξιωματούχων («πολιτική καταπίεση»), αυταρχική επιβολή εθνικής συνείδησης - υποτιμητικές και ρατσιστικές συμπεριφορές από κρατικά όργανα ενάντια στους γηγενείς και τις παραδόσεις τους («πολιτισμικός ιμπεριαλισμός», «απώλεια ταυτότητας»), οικονομική υποβάθμιση και εκμετάλλευση φυσικών πόρων εις βάρος των γηγενών κοινοτήτων και του φυσικού περιβάλλοντος («κλοπή της γης») (Kivimäki και Thorning, 2002, σ.668-71, Premdas, 1985, σ.1062). Οι γηγενείς που ζούσαν στις πόλεις ήταν αυτοί που εντονότερα βίωσαν την αθρόα μετανάστευση στην περιοχή που οδήγησε μέσα σε μερικές δεκαετίες στην «ινδονησιοποίηση» των αστικών κέντρων· οι λιγότερο μορφωμένοι εξ αυτών υπήρξαν θύματα του άνισου ανταγωνισμού με τους μετανάστες εμπόρους και μισθωτούς, ενώ οι μορφωμένες ελίτ είδαν τους εαυτούς τους να αποκλείονται από τις ανώτατες θέσεις της τοπικής (και εθνικής) διοίκησης και να ανακόπτεται η πορεία «παπουανοποίησης» επί Ολλανδών. Η πλειοψηφία των γηγενών που ζούσαν στην «ύπαιθρο» σε μικρές κοινότητες ένιωθαν να απειλούνται από τις επιχειρήσεις του στρατού, καθώς και σε αρκετές περιπτώσεις από την αναγκαστική μετακίνηση από τη γη τους προς χάρη διάφορων «αναπτυξιακών» προγραμμάτων (στα οποία απασχολούνταν, επιπλέον, κυρίως μετανάστες, όπως π.χ. στο ορυχείο της Freeport) (Elmslie, 2002, σ.186). Η δυσαρέσκεια που προερχόταν από τη συνειδητοποίηση των διακρίσεων και η έντονη αίσθηση αδικίας («σχετικής στέρησης», με θεωρητικούς όρους) από τις συνθήκες διαβίωσής τους και την καθημερινή επαφή τους με το κράτος αποδίδονταν από τους γηγενείς – ανεξάρτητα από τις διαφορετικές μορφές που μπορεί να προσελάμβανε αυτή η δυσαρέσκεια – σε έναν παράγοντα: την «Ινδονησία» ή τους «Ινδονήσιους». Θεωρούμε, λοιπόν, πως στο επίπεδο της ερμηνείας της πραγματικότητας επετεύχθη γεφύρωση μεταξύ της δυσαρέσκειας των «μαζών» και εκείνης των ελίτ, μεταξύ της εμπειρίας των παραλιακών και εκείνης των (περισσότερο «παραδοσιακών») ορεινών κοινοτήτων, μεταξύ «τοπικών» ή «μερικών» και «εθνικών» παραπόνων (Kalyvas, 2003, σ.485), μεταξύ «καθημερινών» και οικονομικών/επαγγελματικών ζητημάτων με το πολιτικό ή εθνικό ζήτημα. Επιπλέον, θεωρούμε πως επετεύχθη αυτό που ο Hroch ονομάζει «συσχετισμό των συγκρούσεων συμφερόντων με το έθνος»· εννοούμε πως συγκρούσεις όπως αυτές μεταξύ γηγενών κοινοτήτων και επιχειρήσεων, γηγενών και μεταναστών στην αγορά εργασίας, γηγενών ελίτ και «Ινδονήσιων» στην τοπική γραφειοκρατία (Chauvel, 2005, σ.86) «εθνικοποιήθηκαν».
Η γεφύρωση πλαισίων ήταν επιτυχής και στο δεύτερο επίπεδο, αυτό των στόχων του αποσχιστικού κινήματος, και είχε στο επίκεντρό της την έννοια της merdeka, δηλαδή της «απελευθέρωσης» ή «ελευθερίας». Η ΟΡΜ επιχείρησε ασφαλώς να προβάλει ως θεραπεία στη δυσαρέσκεια και την «αποικιακή» συνθήκη των γηγενών τον στόχο της απελευθέρωσης, και το έκανε επιτυχημένα· λιγότερο  επιτυχημένος ήταν ο προσδιορισμός και η δικαιολόγηση των μέσων πάλης, όπως και ο προσδιορισμός των πιθανοτήτων επιτυχίας τους. Η έννοια της merdeka, αποτελεί το κυρίαρχο, οργανωτικό πλαίσιο – ή το κύριο σημαίνον - του αποσχιστικού κινήματος. Η κεντρική σημασία που αποδόθηκε στην έννοια ήταν αυτή της πολιτικής ανεξαρτησίας και της ίδρυσης χωριστού κράτους· αυτή ήταν σίγουρα η σημασία που πρόβαλλε η ΟΡΜ και η ευρύτερη εθνικιστική ηγεσία (Chauvel, 2005, σ.5). Όμως, η έννοια της «απελευθέρωσης» επενδύθηκε και με άλλες σημασίες χωρίς (στις περισσότερες περιπτώσεις) η μία να αποκλείει την άλλη. Εκτός από τον στόχο της ανεξαρτησίας, η merdeka έχει ενσαρκώσει την «επιθυμία για ίση ανάπτυξη, περιβαλλοντική αειφορία [και] λύτρωση» (Kirksey και Roemajauw, 2002, σ.191)· η merdeka δεν νοείται μόνον ως απελευθέρωση από την πολιτική καταπίεση και την εξουσία του ινδονησιακού κράτους, αλλά και από τη «φτώχεια και την άγνοια» (Chauvel, 2005, σ.4). Η έννοια της merdeka έχει αποτελέσει το κεντρικό σημείο αναφοράς διάφορων νεωτερικών ιδεολογιών, θρησκευτικών λόγων καθώς και γηγενών αξιακών πλαισίων. Από τα νεωτερικά πλαίσια κυρίαρχο ήταν αυτό του εθνικισμού. Επιπλέον, στο επίπεδο της ηγεσίας (πρωτίστως), οι εθνικιστικές ιδέες συναρθρώθηκαν με ιδέες «φιλελεύθερης» δημοκρατικής διακυβέρνησης, έστω σε διακηρυκτικό επίπεδο (Προσωρινό Σύνταγμα, θέσεις ηγετών της ΟΡΜ). Η ιδεολογία του εθνικισμού συναρθρώθηκε, επίσης, με σοσιαλιστικές ιδέες, αν και η συνάρθρωση αυτή δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση. Περισσότερο σημαντική ήταν η πλαισίωση της έννοιας της merdeka με τον χριστιανικό λόγο. Σε αυτό το πλαίσιο ο λόγος περί merdeka δεν αναφέρεται ρητά σε πολιτική ανεξαρτησία, αλλά προσλαμβάνει χαρακτηριστικά μιας «θεολογίας απελευθέρωσης» που προσδοκά την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια και την «ηθική σωτηρία» (Chauvel, 2005, σ.4, Kirksey και Roemajauw, 2002, σ.191). Μια διακριτή πλαισίωση της merdeka αφορά αυτήν που έχει τις ρίζες της σε παραδοσιακές γηγενείς αντιλήψεις και κατανοήσεις. Κατά κύριο λόγο αυτές συνδέονται με μεσσιανικές πεποιθήσεις και cargo cults. Στα πλαίσια των γηγενών μεσσιανικών πεποιθήσεων – τις οποίες επίσης ενσωμάτωσε η ΟΡΜ (Webster, 2007, σ.93) –η διαδικασία επίτευξης της merdeka προσλαμβάνεται με μυστικιστικούς, πνευματικούς και σχεδόν αποκαλυπτικούς όρους· η ίδια η έννοια γίνεται αντιληπτή ως έλευση μιας ουτοπίας, η οποία συνίσταται όχι μόνο στην πολιτική απελευθέρωση, αλλά και την υλική αφθονία, την κοινωνική αρμονία, τη συλλογική ευτυχία, κλπ (Elmslie, 2002, σ.187, Kisrksey, 2002, σ.86-91, Webster, 2001). Συμπερασματικά, η έννοια της merdeka έχει μεν συνδεθεί πρωτίστως με την ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας των Παπούα, όμως έχει εμπλακεί σε μια πολλαπλότητα άλλων εννοιολογήσεων και ευρύτερων συνυφάνσεων. Το κρίσιμο στοιχείο είναι πως αυτές οι ερμηνείες και ιδεολογικές πλαισιώσεις του στόχου της merdeka δεν νοούνται (από τους ίδιους τους γηγενείς δρώντες) ως ανταγωνιστικές ή ασύμβατες μεταξύ τους (Kirksey, 2002, σ.85), στοιχείο που επιτρέπει την επιτυχή «γεφύρωσή» τους. Παρόλο που από «αναλυτική», έξωθεν σκοπιά μπορεί κανείς να εντοπίσει αντιφάσεις, έλλειψη επεξεργασίας και συνοχής, αυτό που έχει σημασία είναι ότι όλες αυτές οι εννοιολογήσεις, πολιτικές και «πνευματικές», νεωτερικές και παραδοσιακές, προερχόμενες τόσο από «ελίτ» και ηγεσίες όσο και από τη «βάση», συνυπάρχουν αρμονικά. Αυτή η συνύπαρξη ίσως απεικονίζει και τη φάση μετάβασης που διέρχεται η γηγενής κοινωνία από τον «παραδοσιακό» στον νεωτερικό κόσμο. Όσο μας αφορά εδώ, η γεφύρωση αυτή επέτρεψε τη μαζική απήχηση του στόχου της merdeka που προπαγάνδιζε το εθνικιστικό κίνημα, και από αυτή την άποψη κρίνεται άκρως επιτυχημένη.

Ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων             Μετά την εξέταση των δύο «γνωστικών» μηχανισμών θα στραφούμε στην ανάλυση των τριών «σχεσιακών» μηχανισμών. Υπενθυμίζουμε ότι ο μηχανισμός της ενεργοποίησης ορίων αναφέρεται ουσιαστικά στην ενίσχυση ενός προϋπάρχοντος ορίου, γύρω από το οποίο οργανώνεται ο μεγαλύτερος όγκος των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων (συμπεριλαμβανομένων των συγκρουσιακών)  μέσω της επίτασης της κατηγορικής διάκρισης «εμείς-αυτοί»· ο δίδυμος μηχανισμός της «απενεργοποίησης» αναφέρεται στην ακριβώς αντίστροφη διαδικασία, δηλαδή στη μείωση της διαφοράς μεταξύ των σχέσεων εντός και κατά μήκος του ορίου (Tilly, 2003α, σ.84, 2004, σ.223). Στην περίπτωση της σύγκρουσης στη Δ. Παπούα το όριο αυτό ήταν μεταξύ «Παπούα» και «Ινδονήσιων». Η απενεργοποίηση ορίων ήταν εξίσου σημαντική στην περίπτωση της Δ. Παπούα, καθώς σήμανε τη χαλάρωση και αποδυνάμωση των ορίων που χώριζαν τις ευάριθμες γλωσσικές και φυλετικές κοινότητες της περιοχής (προς όφελος του νέου, μεγαλύτερης κλίμακας ορίου).
Ο μηχανισμός αυτός ενεργοποιήθηκε, εμπρόθετα και μη, αρκετό διάστημα πριν την εκδήλωση της αποσχιστικής δράσης. Ως συμβατική εκκίνησή του μπορούμε να θεωρήσουμε τη  συγκρότηση μιας γηγενούς ελίτ μέσα από τις πολιτικές και πρακτικές της ολλανδικής αποικιακής διοίκησης.. Η συγκρότηση από αυτά τα στρώματα κομματικών σχηματισμών και, κυρίως, του πρώιμου εθνικιστικού κινήματος σήμανε την απαρχή της ενεργής και εμπρόθετης γηγενούς δράσης προς την κατεύθυνση της ενεργοποίησης ενός ευρύτερου ορίου και την απενεργοποίηση των ειδικότερων. Η άφιξη της ινδονησιακής εξουσίας τη δεκαετία του 1960 σηματοδότησε πιο εμφατικά την έναρξη ισχυροποίησης του ορίου μεταξύ γηγενών και Ινδονήσιων: ενώ μέχρι τότε υπήρχε σεβαστό τμήμα του γηγενούς πληθυσμού με φιλο-ινδονησιακές στάσεις, τα πρώτα δείγματα γραφής της ινδονησιακής εξουσίας και η μεθόδευση του νόθου δημοψηφίσματος εξέθρεψαν σαφείς αντι-ινδονησιακές πολιτικές στάσεις. Οι στάσεις αυτές μαζικοποιήθηκαν περαιτέρω και παγιώθηκαν μέσα από τις γηγενείς εμπειρίες από τις πρακτικές και πολιτικές της Νέας Τάξης. Ιδιαίτερη μνεία αναφορικά με την ενεργοποίηση ορίου πρέπει να γίνει στο ζήτημα των μεταναστών: η αθρόα και ραγδαία έλευσή τους, καθώς και η κυρίαρχη οικονομική θέση που σχεδόν αμέσως κατέλαβαν, δημιούργησαν αρνητικά συναισθήματα στην πλειοψηφία των γηγενών. Επιπλέον, ό ίδιος ο βίαιος χαρακτήρας της σύγκρουσης, έστω και αν αυτή ήταν χαμηλής έντασης, λειτουργούσε  προς την ίδια κατεύθυνση: οι επιχειρήσεις του στρατού με πρόσχημα ή όχι την αποσχιστική δράση είχαν ως αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρών, εκτοπισμένων και προσφύγων, κάτι που φυσικά επέτεινε τις αντι-ινδονησιακές στάσεις και την παγίωση της διάκρισης «εμείς»/«αυτοί». Για την πλειοψηφία των γηγενών οι ινδονησιακές δυνάμεις ασφαλείας και η κυβέρνηση (άλλα όχι με την ίδια ένταση ο «ινδονησιακός λαός» συλλήβδην) αποτελούσαν πλέον όχι μόνο τον «άλλο», αλλά τον «εχθρό».
Όλα όσα έχουμε αναφέρει ως τώρα υπαινίσσονται πως η ενεργοποίηση του ορίου «Παπούα»/«Ινδονήσιων» είχε κατά βάση πολιτικό χαρακτήρα. Την περίοδο που εξετάζουμε, όμως, εκκίνησε και μια διαδικασία «εθνοτικοποίησης» του γηγενούς εθνικισμού και της ταυτότητας που προπαγάνδιζε. Όπως είδαμε, η εθνοτικοποίηση αυτή συνίστατο σε μια διαδικασία «αμαλγαματοποίησης», συναίρεσης δηλαδή των ιδιαίτερων πολιτισμικών, γλωσσικών και φυλετικών (tribal) ταυτοτήτων, ή αλλιώς μετάβασης από μικρές εθνοτικές κατηγορίες σε μια ευρύτερη, υπέρτερη εθνοτική ομάδα. Η συγκρότηση μιας κοινής, παν-Παπούα κουλτούρας ήταν (και είναι) απαραίτητο στοιχείο της διαδικασίας αμαλγαματοποίησης· στη συγκρότηση αυτή συμβάλλουν όχι μόνο με συνειδητό (και ασυνείδητο τρόπο) γηγενείς δρώντες και ακτιβιστές αλλά και εμμέσως οι αντιλήψεις περί ενιαίας γηγενούς κουλτούρας από τις ινδονησιακές αρχές και τους μετανάστες. Πέρα από το εγχείρημα της κατασκευής μιας κοινής κουλτούρας, η διαδικασία αμαλγαματοποίησης βασίστηκε πρωτίστως σε ένα χαρακτηριστικό πολύ πιο προφανές και ευχερές: τα όμοια φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των γηγενών, τα οποία είναι διαφορετικά από τα «ασιατικά» των «Ινδονήσιων». Έτσι, λοιπόν, το ταυτοτικό όριο μεταξύ «Παπούα» και «Ινδονησίων» ενισχύθηκε αποφασιστικά από την προσθήκη ενός φυλετικού (racial) χαρακτήρα· πλέον, το όριο αυτό συνέπιπτε (ιδιαίτερα από τη σκοπιά των Παπούα) με την κατηγορική διάκριση «Μελανήσιων» (ή «μαύρων») και «Ασιατών». Η φυλετική πρόσληψη μιας διαφοράς συντελεί στην προβολή του ορίου ως φυσικού και απόλυτου. Η «φυλετικοποίηση» του ορίου σήμαινε πως όχι μόνο οι εσωτερικές πολιτισμικές εντάσεις «απενεργοποιούνταν», αλλά και πως η «αντίπαλη» κατηγορία των Ινδονήσιων, κατά τα άλλα κατατετμημένη από πολλαπλές εθνοτικές και πολιτισμικές διαιρετικές τομές,  παρουσιαζόταν περισσότερο συμπαγής  – από τη σκοπιά των Παπούα πρωτίστως, διότι επισήμως οι διάφοροι δρώντες της ινδονησιακής πλευράς αρνούνταν τη σημασία της φυλετικής διαφοράς.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε  καταρχήν πως δεν υπήρχε τίποτα το εγγενές που οδηγούσε στην ενεργοποίηση του ορίου μεταξύ «Παπούα» και «Ινδονήσιων»· η ενεργοποίηση αυτή οφείλεται εν πρώτοις σε ιστορικούς παράγοντες και πολιτικές διευθετήσεις, που έφεραν αντιμέτωπες τις δύο κατηγορίες (πρωτίστως δια της ανάδυσης διάχυτων αντι-ινδονησιακών πολιτικών στάσεων μεταξύ των γηγενών), και επιπροσθέτως στην ενσυνείδητη ενίσχυση της διαφοράς (και με φυλετικούς όρους) από την ΟΡΜ, την εθνικιστική ηγεσία, το αποσχιστικό κίνημα και εν τέλει το μεγαλύτερο τμήμα του γηγενούς πληθυσμού. Ενώ κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη Δ. Παπούα υπήρχαν εκατοντάδες, εν πολλοίς απομονωμένες φυλές, σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, κατά την πτώση του καθεστώτος Σουχάρτο, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως είχε συγκροτηθεί η φαντασιακή κοινότητα των Δυτικών Παπούα μέσα από διεργασίες και αλλαγές ηθελημένες και αθέλητες, που αποτυπώνονται μέσα από τον μηχανισμό ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων.
Η ενεργοποίηση του δίδυμου αυτού μηχανισμού, λοιπόν, κατά την περίοδο που εξετάζουμε δεν ήταν έντονη, καθώς - όπως και στην περίπτωση της γεφύρωσης πλαισίων – η λειτουργία της ήταν αφανής, υπόγεια και επενέργησε σωρευτικά, στη μακρά διάρκεια· ταυτόχρονα όμως ήταν διάχυτη, διαρκής και εν πολλοίς αποτελεσματική (μεσαίο προς υψηλό επίπεδο).

Κοινωνική ιδιοποίηση                    Η αποτίμηση της «κοινωνικής ιδιοποίησης» για αυτή την περίοδο είναι ίσως δυσκολότερη σε σχέση με τους υπόλοιπους μηχανισμούς, διότι ο μηχανισμός επιτάσσει την ύπαρξη αρκετών πληροφοριών σχετικά με αλληλεπιδράσεις εντός συγκεκριμένων κοινωνικών χώρων και οργανώσεων, οι οποίες όμως δεν είναι διαθέσιμες σε σημαντικό βαθμό στη σχετική βιβλιογραφία. Έχοντας κάνει αυτή την παρατήρηση, μπορούμε καταρχήν να πούμε πως ο βασικός «κοινωνικός χώρος» που θεωρητικά θα μπορούσε το αποσχιστικό κίνημα και η ΟΡΜ να «ιδιοποιηθεί» είναι οι γηγενείς κομματικοί μηχανισμοί που συγκροτήθηκαν τη δεκαετία του 1950, το πρώιμο εθνικιστικό κίνημα, καθώς και οι γηγενείς πολιτικοί θεσμοί που εγκαθίδρυσαν οι Ολλανδοί λίγο πριν αποχωρήσουν. Ένα πρώτο χαρακτηριστικό αυτού του χώρου είναι η έλλειψη μαζικότητας, δηλαδή ο κατά βάση ελιτίστικος χαρακτήρας του, κάτι που συνεπάγεται πως δεν υπήρχαν ιδιαίτερα εκτεταμένα δίκτυα και μεγάλος αριθμός μελών, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το αποσχιστικό κίνημα. Η εθνικιστική ενεργοποίηση της πρώιμης γηγενούς ελίτ, η οποία αποτέλεσε το μεγαλύτερο τμήμα του «εθνικιστικού» χώρου κατά τα τελευταία χρόνια της αποικιοκρατίας, διακόπηκε με την αποχώρηση των Ολλανδών. Είτε λόγω της μετανάστευσης/εξορίας, είτε λόγω πολιτικών διώξεων, είτε – πρωτίστως – λόγω της «πραγματιστικής» ενσωμάτωσης στην κρατική γραφειοκρατία, η εθνικιστική δράση της ελίτ, με την εξαίρεση ενός μικρού, κατά τα φαινόμενα, τμήματός της, δεν συνεχίστηκε στα πλαίσια της ΟΡΜ, αποτρέποντας έτσι τη δυνατότητα ιδιοποίησης των – έστω όχι μαζικών – δικτύων και οργανωτικών δομών που είχαν συγκροτήσει. Τον μηχανισμό της κοινωνικής ιδιοποίησης μπορεί να τον εντοπίσει κανείς μόνο στην υιοθέτηση των συμβόλων και των στοχεύσεων του πρώιμου εθνικιστικού κινήματος από την ΟΡΜ και το αποσχιστικό κίνημα.
Από τη βιβλιογραφία προκύπτουν μόνο τρεις σαφείς περιπτώσεις «κοινωνικής ιδιοποίησης» με εντονότερη οργανωτική και στελεχιακή διάσταση. Η πρώτη αφορά την ίδια τη γέννηση της ΟΡΜ μέσα από τις πολυάριθμες τοπικές αντι-ινδονησιακές/αντι-κυβερνητικές εξεγέρσεις που εκδηλώθηκαν λίγο μετά την ανάληψη της διοίκησης της Δ. Παπούα από τις ινδονησιακές αρχές. Η δεύτερη αφορά τη σύνδεση της ΟΡΜ στην αρχική – επίσης - φάση της με μέλη του «Σώματος Εθελοντών Παπούα» (PVK), του γηγενούς (παρα)στρατιωτικού σώματος που είχαν συστήσει οι Ολλανδοί το 1960 στα πλαίσια της παπουανοποίησης αλλά πρωτίστως της κλιμακούμενης διένεξης με την Ινδονησία (Kirksey, 2002, σ.42, PACE, Webster, 2001, Zöllner, 2005β). Σύμφωνα με μία αναφορά, ο αριθμός των μελών του Σώματος Εθελοντών που συγκρότησαν τον αρχικό στρατιωτικό πυρήνα της ΟΡΜ έφτανε τους 1000· όμως, είναι άγνωστο πόσοι εξ αυτών παρέμειναν και μετά την πρώτη φάση της οργάνωσης (Zöllner, 2005β). Η τρίτη περίπτωση «κοινωνικής ιδιοποίησης» αφορά τις «καλά συντονισμένες παράνομες ομάδες» που είχαν συσταθεί στη Δ. Παπούα μετά την έλευση των Ινδονήσιων και παρέμειναν ενεργές τουλάχιστον κατά τη δεκαετία του 1960. Η πιο σημαντική εξ αυτών («Λάτρεις της Πατρίδας») διέθετε οργάνωση νεολαίας και εξέδιδε δύο εφημερίδες. Οι ομάδες αυτές οργάνωσαν επίσης διάφορες συγκεντρώσεις ενάντια στη διαδικασία διεξαγωγής του δημοψηφίσματος το 1969, κάτι που προκάλεσε την κατασταλτική αντίδραση των δυνάμεων ασφαλείας. Οι οργανώσεις αυτές, σύμφωνα με τον Osborne που αναφέρει τις παραπάνω πληροφορίες (1986, σ.54), υποστήριξαν τη δράση της ΟΡΜ, αν και δεν αναφέρονται ρητά σε οργανωτικές  ή στελεχιακές σχέσεις.
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, καταλήγουμε πως α) η έλλειψη μαζικότητας του πρώιμου εθνικιστικού κινήματος και του ευρύτερου πολιτικοποιημένου χώρου (τις δομές και δυναμικές των οποίων θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιήσει το αποσχιστικό κίνημα), β) η διακοπή της ενεργούς εθνικιστικής δράσης της πρώιμης γηγενούς ελίτ και γ) τα ειδικά χαρακτηριστικά των Εκκλησιών και των γηγενών θεσμών, ήταν παράγοντες που δεν επέτρεψαν την επιτυχημένη ενεργοποίηση του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης. Σε αυτούς μπορούμε να προσθέσουμε δ) το αυταρχικό πολιτικό περιβάλλον, το οποίο σήμαινε πως όχι μόνον η δράση του ΟΡΜ ήταν παράνομη, αλλά κυρίως προκαλούσε  δυσχέρεια σύστασης οργανώσεων με γηγενή χαρακτήρα χωρίς την έγκριση του καθεστώτος, είτε επρόκειτο για κομματικού, είτε ευρύτερα πολιτικού, είτε ακόμα και πολιτισμικού τύπου οργάνωση. Από τους τρεις τύπους δικτύων που αναφέρουν, όπως είδαμε, οι Della Porta και Diani (1999, σ.112) και οι οποίοι παρατηρούνται σε περιπτώσεις κινημάτων, δηλαδή α) δίκτυα που συνδέουν κινηματικές οργανώσεις μέσω μηχανισμών συντονισμού , β) δίκτυα που συνδέουν κινηματικές οργανώσεις μέσω κοινών μελών, και γ) δίκτυα που επιτρέπουν τη στρατολόγηση ακτιβιστών μέσω πρότερων δεσμών και μορφών συμμετοχής, οι δύο πρώτοι τύποι δεν υφίσταντο καν σε αυτή τη φάση του αποσχιστικού κινήματος, ενώ για τους λόγους που αναφέραμε δεν κατέστη δυνατή η κοινωνική ιδιοποίηση των δικτύων του τρίτου τύπου.
 Το συνδυαστικό αποτέλεσμα των τεσσάρων παραπάνω παραγόντων ήταν η χαμηλής έντασης, περιορισμένη τοπικά και χρονικά (κυρίως στην πρώιμη περίοδο) και εν τέλει όχι ιδιαίτερα αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης (χαμηλό επίπεδο). Το γεγονός αυτό αποτέλεσε, όπως έχουμε πει, μια από της αιτίες της οργανωτικής (αλλά και στρατιωτικής) ισχνότητας της ΟΡΜ· η οργανωτική αδυναμία με τη σειρά της συνεπαγόταν μειωμένη ικανότητα της ΟΡΜ να χρησιμοποιήσει (εφόσον παρουσιαζόταν η δυνατότητα) τους πόρους και τις δομές άλλων οργανώσεων, δικτύων και θεσμών, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο. Η ενεργοποίηση του μηχανισμού αφορούσε κυρίως τη διάσταση της ιδεολογίας και των συμβόλων. Εκτός από την οργανωτική αδυναμία, φαίνεται ότι η ΟΡΜ υστερούσε και σε έναν άλλο τομέα: αν και είχε κερδίσει την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού σχετικά με τον εθνικιστικό στόχο της «απελευθέρωσης», φαίνεται ότι δεν μπορούσε να «πείσει» μια κρίσιμη μάζα του πληθυσμού για την αναγκαιότητα συμμετοχής στην ένοπλη διεκδικητική δράση. Όπως έχουμε πει, αυτή η δεύτερη «πολιτικο-ιδεολογική» διάσταση του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης είναι εξίσου σημαντική: ακόμα και αν μια οργάνωση πετύχει να κερδίσει πρόσβαση σε οργανωτικούς πόρους και σε μεγάλο αριθμό ατόμων ενταγμένων σε οργανώσεις και δίκτυα (κάτι που δεν κατάφερε η ΟΡΜ), αυτά δεν θα σημαίνουν πολλά, αν δεν τεθούν στην υπηρεσία της  διεκδικητικής, αν δηλαδή πρωτίστως δεν ριζοσπαστικοποιηθεί μια κρίσιμη μάζα και δεν προσανατολιστεί προς τη συμμετοχή σε μη συμβατική, συλλογική δράση. Χωρίς μια τέτοια βάση δυσχεραινόταν σημαντικά η διαδικασία σύνδεσης ελίτ-«μαζών» στην αποσχιστική κινητοποίηση.

Μεσιτεία                  Ο τελευταίος μηχανισμός που εξετάζουμε είναι αυτός της μεσιτείας, ο οποίος αναφέρεται στη σύνδεση προηγουμένως ασύνδετων δρώντων ή και πολιτικών χώρων. Ενεργοποίηση του μηχανισμού της μεσιτείας προφανώς και καταγράφεται στη Δ. Παπούα την περίοδο που εξετάζουμε· η ίδια η ανάδυση μιας – χαλαρής και αποκεντρωμένης έστω – οργάνωσης όπως η ΟΡΜ, δηλαδή ενός νέου συλλογικού δρώντα, αποτελεί σημάδι ενεργοποίησης του μηχανισμού. Επίσης προφανής είναι η εκδήλωση της «μεσιτείας» εντός της ΟΡΜ, καθώς η οργάνωση στελεχωνόταν τόσο από εκπροσώπους της σχετικά μορφωμένης, «αστικής» ελίτ, όσο και από μέλη των ευρύτερων «αγροτικών» στρωμάτων. Το ερώτημα, βεβαίως, είναι κατά πόσον ήταν έντονη και αποτελεσματική αυτή η ενεργοποίηση της «μεσιτείας», και ποιος ο αντίκτυπός της στην κεντρική διάσταση της κινητοποίησης και δράσης. Μπορεί κανείς να βρει στη βιβλιογραφία περιορισμένες αναφορές σχετικές με τη δημιουργία συνδέσεων μεταξύ διακριτών πολιτικών δρώντων (όπως μεταξύ ηγεσίας/ ελίτ και «μαζών»)  και χώρων. Σύμφωνα με μια αναφορά, τα πιο μορφωμένα στρώματα που ζούσαν (και ζουν) στις πόλεις διατηρούν δεσμούς με τις μικρές κοινότητες καταγωγής τους (Hummel, 2005)· δεδομένου πως ήταν τα στρώματα αυτά που πρώτα συντάχθηκαν με τον εθνικιστικό στόχο και συνέχισαν να αποτελούν τους κύριους εκφραστές του, μπορούμε να υποθέσουμε πως τέτοιοι δεσμοί βοήθησαν στη μαζικοποίηση του εθνικισμού στη Δ. Παπούα. Οι Manning και  Rumbiak (1989, σ.56) αναφέρονται στη συμμαχία παραδοσιακών ηγετών με μέλη της μορφωμένης ελίτ στην ευρύτερη περιοχή της (πρωτεύουσας της Δ. Παπούα) Jayapura  στη βάση της εναντίωσής τους στην «ιδιοποίηση γης» από τους εποίκους. Επιπλέον, ο Elmslie (2002, σ.52) αναφέρεται σε περιπολίες «πολιτικής εκπαίδευσης» από μέλη και μαχητές της ΟΡΜ με αποδέκτη τις ορεινές κοινότητες. Αναφορικά με τη σύναψη δεσμών του ένοπλου κινήματος με τους παράνομους πυρήνες των αστικών κέντρων, φαίνεται ότι δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή (Bell et al, 1986, 547). Η πλέον φιλόδοξη προσπάθεια συντονισμένης δράσης από την πλευρά της οργάνωσης εκδηλώθηκε, στις αρχές του 1984· τότε έφερε «για πρώτη φορά» σε επαφή τις δυνάμεις της με «διανοουμένους των πόλεων» και γηγενείς λιποτάκτες από τον ινδονησιακό στρατό (McGibbon, 2006, σ.30), κάτι που συνεπάγεται ενεργοποίηση του μηχανισμού της μεσιτείας. Όμως, και σε αυτή την περίπτωση η ενεργοποίησή της δεν συνοδεύτηκε και από αποτελεσματική δράση.
Αναφορικά με τους υπόλοιπους μηχανισμούς που εξετάζουμε, μπορούμε εκ του αποτελέσματος να διαπιστώσουμε πως, καταρχήν, οι «μεσίτες» του ευρύτερου αποσχιστικού κινήματος - η ίδια η ΟΡΜ συλλογικά, ομάδες φοιτητών και άλλων υποστηρικτών στις πόλεις, φίλα προσκείμενα στο κίνημα (αν και όχι ενεργά) μέλη της πρώιμης ή της μετέπειτα γηγενούς ελίτ, αρχηγοί φυλών – δεν κατόρθωσαν να διαδώσουν και να καταστήσουν πειστική μια ερμηνεία περί ευκαιριών ή απειλών που να καθιστούν επιτακτική τη συλλογική δράση. Περιορισμένη επιτυχία είχαν, επίσης, αναφορικά με τη χρησιμοποίηση υφιστάμενων (και τη συγκρότηση νέων) δικτύων και οργανωτικών πόρων στην αποσχιστική δράση, καθώς και με τη δημιουργία μιας επαρκούς κοινωνικής/οργανωτικής βάσης. Περισσότερο επιτυχημένη ήταν η δράση των «μεσιτών» σχετικά με την ενεργοποίηση του ορίου «Παπούα»-«Ινδονήσιοι». Τέλος, η αποτελεσματική ενεργοποίηση του μηχανισμού της γεφύρωσης πλαισίων, υποδεικνύει τη συμβολή διάφορων «διαμεσολαβητών» στη συνάρθρωση παραπόνων, μνημών, ιδεολογιών και κατανοήσεων του στόχου της merdeka. 
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως η λειτουργία του μηχανισμού της μεσιτείας στα πλαίσια της ΟΡΜ και του ευρύτερου κινήματος έχει δύο πρόσημα, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά αυτό που διαφάνηκε από την ανάλυση των άλλων μηχανισμών: Ήταν επιτυχής αναφορικά με τη ενεργοποίηση ορίων και την ανάδυση μιας νέας συλλογικής ταυτότητας («Παπούα») και ενός νέου δρώντα, ο οποίος κέρδισε την υποστήριξη του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού και αξίωσε με επιτυχία  (για το διάστημα που συζητάμε) την αποκλειστική εκπροσώπησή του. Από την άλλη, η «μεσιτεία» δεν ήταν τόσο αποτελεσματική σχετικά με τον συντονισμό της δράσης και την προσέλκυση ικανού αριθμού ενεργών μελών/μαχητών. Ενώ πέτυχε δηλαδή η σύνδεση ελίτ/ηγεσίας-«μαζών» στο επίπεδο της ταυτότητας και του εθνικιστικού στόχου (merdeka), αυτή δεν μετουσιώθηκε σε από κοινού διεκδικητική, μαχητική δράση. Συνολικά, λοιπόν, η αποτελεσματικότητα του μηχανισμού αυτού κυμάνθηκε σε χαμηλό προς μεσαίο επίπεδο.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, θεωρούμε καταρχήν πως οι πέντε μηχανισμοί που επιλέξαμε μπορούν ικανοποιητικά να εξηγήσουν την ένταση (και αποτελεσματικότητα) της αποσχιστικής κινητοποίησης στη Δ. Παπούα κατά την περίοδο της Νέας Τάξης (συγκεκριμένα μεταξύ 1965-1998). Θα πρέπει να τονίσουμε ξανά πως η λειτουργία των πέντε μηχανισμών ξεχωριστά και η συνδυαστική τους δράση δεν νοείται αποκομμένη από την ιστορία και τα δεδομένα (πολιτισμικά, γεωγραφικά, κλπ) της περιοχής, τη σύνθεση και τα χαρακτηριστικά του πληθυσμού της, καθώς και τα χαρακτηριστικά του αποσχιστικού κινήματος και της ΟΡΜ πιο συγκεκριμένα. Τα συμπεράσματα, λοιπόν, από την ανάλυση των πέντε μηχανισμών είναι, αφενός, πως η λειτουργία της «ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων» και της «γεφύρωσης πλαισίων» ήταν διάχυτη, έντονη και αποτελεσματική, και, αφετέρου,πως η λειτουργία της «απόδοσης ευκαιριών/απειλών», της «κοινωνικής ιδιοποίησης» και της «μεσιτείας» ήταν αποσπασματική, λιγότερο ή περισσότερο ασθενής και εν τέλει αναποτελεσματική. Ο συγκεκριμένος συνδυασμός των πέντε μηχανισμών συνάδει με τον χαρακτηρισμό της αποσχιστικής κινητοποίησης στη Δ. Παπούα κατ’ αυτή την φάση ως «συμβολικής»: συνιστά μια «συμβολική πρόκληση» για το ινδονησιακό κράτος, όχι όμως και αποτελεσματικό στρατιωτικά και πολιτικά (Bell et al, 1986, σ.546-7, McGibbon, 2006, σ.30, Webster, 2001). Ενώ δηλαδή η επιτυχία των μηχανισμών που λειτουργούσαν στο επίπεδο των ταυτοτήτων και αντιλήψεων δημιουργούσε την αναγκαία βάση για συλλογική αποσχιστική δράση, η ικανότητα για αποτελεσματική σύνδεση ηγεσιών/ελίτ και «μαζών» παρέμεινε λανθάνουσα και δεν μετουσιώθηκε σε υψηλό βαθμό σε από κοινού, μαχητική δράση.
Με βάση την αποτίμηση που κάναμε στην παραπάνω ανάλυση περί «χαμηλών», «μεσαίων», «μεσαίων προς υψηλών» κλπ επιπέδων αποτελεσματικότητας, δημιουργούμε μια απλή 5βάθμια τακτική (ordinal) κλίμακα, όπου ο κάθε αριθμός παραπέμπει σε ένα επίπεδο αποτελεσματικότητας. Πρέπει να επισημάνουμε ότι οι τιμές που αποδίδουμε είναι ενδεικτικές, καθώς δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αποτελεσματικότητα κάθε μηχανισμού · αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η αποτύπωση κάποιων τάσεων. Επιπλέον, παραβάλλουμε τον βαθμό αποτελεσματικότητας των μηχανισμών με την ένταση της κινητοποίησης και τον βαθμό σύνδεσης ελίτ και μαζών· για αυτόν  το σκοπό δημιουργούμε μια δεύτερη τακτική κλίμακα δύο διαβαθμίσεων («σχετικά χαμηλή», «σχετικά υψηλή»).

πίνακας 10. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 1Η ΦΑΣΗ
Ένταση συλλογικής κινητοποίησης
Βαθμός σύνδεσης ελίτ-μαζών
Μηχανισμοί
Συλλογική απόδοση ευκαιριών/απειλών
Γεφύρωση πλαισίων
Ενεργοποίηση/ Απενεργοποίηση ορίων
Κοινωνική ιδιοποίηση
Μεσιτεία
-
-
-
(1)
+
(5)
+
(4)
-
(1)
-
(2)
(-) σχετικά χαμηλό επίπεδο       (+) σχετικά υψηλό επίπεδο
(1) χαμηλό επίπεδο      (2) χαμηλό προς μεσαίο επίπεδο           (3) μεσαίο επίπεδο        (4) μεσαίο προς υψηλό επίπεδο (5) υψηλό επίπεδο
Οι πέντε μηχανισμοί κινητοποίησης κατά την 2η Φάση

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα προχωρήσουμε την απεικόνιση της «λειτουργίας» των πέντε μηχανισμών κατά τη δεύτερη, πιο «μαζική» αλλά και σύνθετη φάση του κινήματος, η οποία εκτείνεται από το 1998 ως σήμερα.

Συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών                Η έκρηξη της διεκδικητικής δράσης κατά την περίοδο της κατάρρευσης του καθεστώτος Σουχάρτο στην Ινδονησία συνολικά και τη Δ. Παπούα ειδικότερα οφείλεται πρωτίστως στο ότι ποικιλώνυμοι πολιτικοί δρώντες έσπευσαν να εκμεταλλευτούν τις ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν μέσα από την πολιτειακή αλλαγή και την άμεσα συνυφασμένη με αυτή μεταβολή της δομής πολιτικών ευκαιριών (ΔΠΕ)· με άλλα λόγια ο χρόνος εκδήλωσης και η ένταση της διεκδικητικής δράσης – αλλά και σε έναν βαθμό τα ρεπερτόρια δράσης και το ίδιο το πολιτικό περιεχόμενό της – συνδέονται αιτιακά με την ενεργοποίηση του μηχανισμού της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών. Η ενεργοποίηση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη και εμφανής κατά τη μεταβατική περίοδο, η οποία για τη Δ. Παπούα εκτείνεται ως τα τέλη του 2000 ή, το αργότερο, στα τέλη του 2001 με τη δολοφονία του προέδρου του Presidium.
 Η μεταβατική περίοδος που εκτείνεται από το 1996 ως και τα πρώτα χρόνια της Reformasi (της περιόδου εκδημοκρατισμού) συγκεντρώνει αρκετά χαρακτηριστικά από αυτά που σηματοδοτούν αλλαγές στη ΔΠΕ: διάσπαση των ελίτ (ρήξη κυβέρνησης-τμήματος στρατού), αλλαγές στις κυβερνητικές συμμαχίες (αποδυνάμωση του καθεστωτικού κόμματος Golkar, ενίσχυση του PDI-P της Sukarnoputri, ανάδειξη στην προεδρία ενός μετριοπαθούς ισλαμιστή όπως ο Wahid μέσω της  - βραχύβιας έστω - συμμαχίας του κόμματός του με το κοσμικό  PDI-P), αυξημένη πρόσβαση στην πολιτική συμμετοχή που επέτρεψε την ανάδυση νέων δρώντων, συγκρότηση συμμαχιών με - ή υποστήριξη από - ισχυρούς, «κατεστημένους» πολιτικούς δρώντες, περιστολή της κρατικής κατασταλτικής δράσης (ή αποδυνάμωση της κρατικής ικανότητας για καταστολή) και ταυτόχρονη διεύρυνση των ανεκτών πολιτικών δραστηριοτήτων (Tilly και Tarrow, 2006, σ.8-9, Tarrow, 1994, σ.86). Οι «πρωτοπόροι» της συλλογικής δράσης, προέρχονταν από το «κεντρικό» δημοκρατικό κίνημα· η αύξηση του αριθμού των «διεκδικητών» και η εντατικοποίηση της δράσης τους και του μεταξύ τους συντονισμού συμπαρέσυρε και τα εθνοτικά/αποσχιστικά κινήματα της περιφέρειας. Στο Ατσέχ η μαζική κινηματική δράση – παράλληλη μεν, αλλά διακριτή από την ένοπλη δράση του GAM – κορυφώθηκε την άνοιξη του 1999 με μια συγκέντρωση ενός εκατομμυρίου ανθρώπων που ζητούσαν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος (Webster, 2007, σ.91). Η άρθρωση μιας τέτοιας διεκδίκησης, η οποία εμφανίστηκε, όπως είπαμε, και στη Δ. Παπούα, διευκολύνθηκε και ενισχύθηκε από την ήδη δρομολογημένη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στο Α. Τιμόρ. Η εξέλιξη αυτή σηματοδότησε με εμφατικό τρόπο μια σημαντική αλλαγή στη ΔΠΕ των εθνικιστικών/αποσχιστικών κινημάτων, τουλάχιστον για τους ίδιους τους συμμετέχοντες στα κινήματα του Ατσέχ και της Δ. Παπούα. Εστιάζοντας στην περίπτωση του κινήματος αυτοδιάθεσης στη Δ. Παπούα, παρατηρούμε ότι αυτή η συλλογική απόδοση ευκαιριών από τις εξελίξεις στο Αν. Τιμόρ ενισχύθηκε και από κάποιες συγκεκριμένες πολιτικές και πρωτοβουλίες της κεντρικής κυβέρνησης: η συνάντηση της γηγενούς εθνικιστικής ελίτ, μέσω της οργάνωσης FORERI, με ινδονήσιους αξιωματούχους στην Τζακάρτα και λίγο αργότερα, η συνάντηση του ίδιου του Προέδρου της Ινδονησίας με την «Ομάδα των 100», όπου ο επικεφαλής της Thom Beanal, διατύπωσε το επιχείρημα πως οι Παπούα είναι ήδη (από το 1961) κυρίαρχο έθνος· μια τέτοια πρωτοφανής ενέργεια πρέπει να αποτέλεσε ένα ηχηρό μήνυμα για τους Παπούα, τουλάχιστον τους πιο ενεργούς πολιτικά, πως η διεκδίκηση της ανεξαρτησίας ήταν όχι μόνο ανεκτή από τις αρχές και άρα δυνατή, αλλά συγκέντρωνε και πιθανότητες επιτυχίας. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησαν και οι πρωτοβουλίες του προέδρου Wahid να μετονομάσει την περιφέρεια σε «Παπούα», να επιτρέψει τον εορτασμό της επετείου της 1ης Δεκεμβρίου και να χρηματοδοτήσει τη διεξαγωγή της 2ης Εθνικής Συνέλευσης.
Οι γηγενείς ελίτ, λοιπόν, έπαιξαν πράγματι έναν ειδικό ρόλο στην ενεργοποίηση του μηχανισμού της απόδοσης ευκαιριών, όχι όμως μέσω της προβολής μιας ιδιαίτερης αφήγησης αλλά επιδεικνύοντας με τη δράση τους την ευνοϊκή αλλαγή στη ΔΠΕ και αρθρώνοντας δημόσια την πλατιά απαίτηση των γηγενών για αυτοδιάθεση (ICG, 2001, σ.14). Όπως παρατηρεί ο Whitmeyer (2002, σ.333) για τέτοιες περιπτώσεις, οι ελίτ δε δημιούργησαν τον μαζικό εθνικισμό, αλλά ευνόησαν την εκδήλωσή του μέσω της «απομάκρυνσης των κυρώσεων», της παροχής πληροφόρησης και της δημιουργίας οργανωτικών οχημάτων. Επιπλέον, φαίνεται ότι ήταν κρίσιμη η επιλογή που έκανε εξαρχής η πλειοψηφία της γηγενούς ελίτ υπέρ του μη ένοπλου αγώνα.
Οι αλλαγές στη ΔΠΕ - τόσο σε επίπεδο πολιτεύματος, όσο και αναφορικά με την αποσχιστική και εθνοτική κινητοποίηση στην Ινδονησία και τη Δ. Παπούα ειδικότερα – δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για διαφόρων ειδών μεταβολές στο αποσχιστικό κίνημα των Παπούα, οι οποίες εμμέσως επηρέασαν και την ενεργοποίηση της «απόδοσης ευκαιριών». Μια τέτοια μεταβολή ήταν, καταρχήν, η ανάδυση μιας νέας εθνικιστικής οργάνωσης, του Presidium. Επιπλέον, η ευνοϊκή αλλαγή της ΔΠΕ επέτρεψε όχι μόνο τη συγκρότηση «ακτιβιστών», αλλά και τη συμμετοχή στον αγώνα και άλλων κατηγοριών δρώντων, οι οποίοι κατά κανόνα είχαν πιο χαλαρή σχέση με τη μαζική διεκδίκηση (συμπεριλαμβανομένων των ελίτ που κατά την προηγούμενη περίοδο δεν μετείχαν ενεργά στην ΟΡΜ και το κίνημα)· κατ’ αυτόν τον τρόπο η «απόδοση ευκαιριών» μπόρεσε όντως να καταστεί «συλλογική». Μια άλλη μεταβολή αφορά την ίδια τη μορφή πάλης και τα ρεπερτόρια δράσης (Tilly και Tarrow, 2006, σ.9, 17-8): η μείωση του κόστους κινητοποίησης, που προήλθε από τη διάνοιξη της ΔΠΕ και η οποία εντοπίζεται στην αντίληψη πολλών Παπούα εκείνη την περίοδο περί αποδυνάμωσης του ινδονησιακού κράτους (Chauvel και Bhakti, 2004, σ.51), εκτός του ότι κατέστησε τον στόχο της αυτοδιάθεσης πιο εφικτό στα μάτια των υποστηρικτών του, έκανε περισσότερο «ελκυστική» την ειρηνική, μαζική διαμαρτυρία.
Η ενεργοποίηση του μηχανισμού της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών πιστοποιείται από «απόδοση ευκαιριών» ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αυθόρμητη αντίδραση στην κατάρρευση του αυταρχικού καθεστώτος, αλλά είχε και «στρατηγική» διάσταση· πέρα από τη δράση των ελίτ, πολλοί ακτιβιστές δήλωναν σε συνεντεύξεις τους εκείνη την περίοδο στους  Kivimäki και Thorning (2002, σ.666-7) πως ήταν σημαντικό να δράσουν άμεσα, τη στιγμή που το κράτος ήταν αδύναμο και διάφοροι διεθνείς παράγοντες είχαν στραμμένη την προσοχή τους στη χώρα.
Ο μηχανισμός της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών από το κίνημα αυτοδιάθεσης στη Δ. Παπούα «απενεργοποιήθηκε» με την απότομη εντατικοποίηση της καταστολής, η οποία διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα από το καλοκαίρι του 2000 ως το χειμώνα του 2001-2. Όμως, το «κλείσιμο» της ΔΠΕ δεν ήταν ολοσχερές, καθώς το ίδιο διάστημα (εντός του 2001) η κεντρική κυβέρνηση προώθησε την πολιτική της Ειδικής Αυτονομίας. Αυτή η εξέλιξη, συμβατή με την πολιτική «μαστίγιου και καρότου» που επιχείρησαν οι ινδονησιακές κυβερνήσεις από το 2001, προκάλεσε αντιφατικές αντιδράσεις στους γηγενείς: για το μεγαλύτερο τμήμα των υποστηρικτών και σημαντικό τμήμα της ηγεσίας του κινήματος και των ελίτ αποτέλεσε ξαφνική ματαίωση των προσδοκιών που είχαν γεννηθεί Για ένα τμήμα της ελίτ, όμως, η Ειδική Αυτονομία δε θεωρήθηκε απλώς ευκαιρία, αλλά μια πολιτική στη διαμόρφωση της οποίας συνέβαλαν ενεργά. Πάντως, σχετικά σύντομα δυσαρεστήθηκαν από την παρελκυστική τακτική της Τζακάρτα και συμμάχησαν με αυτούς που στον έναν ή άλλο βαθμό είχαν ταχθεί εξαρχής εναντίον της αυτονομίας.
Κατά την υπόλοιπη περίοδο που εξετάζουμε, δηλαδή από το 2003 ως το 2010, είδαμε πως οι διεκδικητικές δράσεις του κινήματος αυτοδιάθεσης συνεχίστηκαν, αν και ποτέ δεν έφτασαν την πυκνότητα και την ένταση της πρώτης φάσης (1998-2000)· το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον μηχανισμό της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών. Αυτό σε σημαντικό βαθμό οφείλεται και στην κατασταλτική δράση των αρχών, η οποία μπορεί να μην έφτασε τα επίπεδα της Νέας Τάξης, όμως ήταν εντονότερη από αυτή της περιόδου 1998-2000· φαίνεται ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να μην επιτρέψει την επανάληψη του επιπέδου εθνικιστικής κινητοποίησης στη Δ. Παπούα εκείνης της περιόδου.
Συνοψίζοντας λοιπόν τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι η «συλλογική απόδοση ευκαιριών» από τα τέλη του 1998 ως τα μέσα του 2000 υπήρξε εξαιρετικά εντατική, διάχυτη σε ολόκληρη τη Δ. Παπούα και σε ευρύτατα στρώματα του γηγενούς πληθυσμού της και εν τέλει εξαιρετικά αποτελεσματική, όπως υποδηλώνεται από τη μαζική και πυκνή κινητοποίηση που εκδηλώθηκε εκείνα τα χρόνια. Ουσιαστικά ο μηχανισμός περιγράφει το διάχυτο αίσθημα ελπίδας, που δημιουργήθηκε μετά την κατάρρευση της Νέας Τάξης, και τη μετουσίωσή του σε πολιτική πράξη και διεκδικητική δράση. Κατά την υπόλοιπη περίοδο, η ενεργοποίηση του μηχανισμού ήταν σποραδική και χωρο-χρονικά περιορισμένη, αν και σε κάθε περίπτωση εντατικότερη από την περίοδο Σουχάρτο. Μπορούμε να παρατηρήσουμε πως κατά τη δεύτερη φάση του αποσχιστικού κινήματος ο μηχανισμός της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών/απειλών έχει τη μορφή «σπιράλ ευκαιριών», δηλαδή «διαστελλόμενων και συστελλόμενων ευκαιριών» (McAdam et al, 2001, σ.243).

Γεφύρωση πλαισίων                              Κατά την πρώτη φάση του αποσχιστικού κινήματος είδαμε πως η «γεφύρωση πλαισίων» ήταν μαζί με την «ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων» οι μηχανισμοί που είχαν πιο εντατική λειτουργία. Μια σημαντική διαφορά της δεύτερης από την πρώτη φάση του αποσχιστικού κινήματος είναι πως λόγω της σχετικής χαλάρωσης της πολιτικής καταστολής και, δευτερογενώς, της πολιτικοποίησης των γηγενών κατέστη δυνατή η δημόσια άρθρωση των παραπόνων των Παπούα και των στόχων του κινήματος αυτοδιάθεσης. Εν συνεχεία, η οργανωτική άνθηση και η εντατικοποίηση της πολιτικής συγκρότησης κατ’ αυτή την περίοδο σήμαιναν ότι η στρατηγική διάσταση του μηχανισμού ήταν εντονότερη σε σχέση με την πρώτη φάση. Πλέον υπήρχαν πολλαπλές οργανώσεις σε διάφορες πόλεις (και όχι αποκλειστικά στην ύπαιθρο όπως η ΟΡΜ), συχνά «στελεχωμένες» με μέλη της γηγενούς διανόησης και «ιντελιγκέντσιας», οι οποίες λειτουργούσαν σε ένα όχι φιλικό, αλλά πάντως ευνοϊκότερο πολιτικό περιβάλλον και διέθεταν καλύτερη πρόσβαση σε μέσα ενημέρωσης. Πέρα από αυτές τις αλλαγές, η μεταβολή στη ΔΠΕ επηρέασε και το ίδιο το περιεχόμενο των πλαισίων των γηγενών. Η διάνοιξη των πολιτικών ευκαιριών κατά την περίοδο 1998-2000 και η πολιτική της Ειδικής Αυτονομίας ήταν οι πολιτικές εξελίξεις που είχαν τον σημαντικότερο αντίκτυπο στις πλαισιώσεις των διαφόρων δρώντων εντός του κινήματος αυτοδιάθεσης.
Αναφορικά με τη διάσταση των «παραπόνων», μπορούμε να πούμε πως σε μεγάλο βαθμό αναφέρονταν στις ίδιες εστίες δυσαρέσκειας με την περίοδο της Νέας Τάξης. Για την ακρίβεια, τα παράπονά τους αφορούσαν εκτεταμένα τις τραυματικές εμπειρίες από την εποχή του καθεστώτος Σουχάρτο, εμπειρίες οι οποίες προφανώς προσδιόρισαν τα ερμηνευτικά πλαίσια, με τα οποία οι γηγενείς κατανοούσαν τις νέες συνθήκες. Το κυριότερο νέο πλαίσιο παραπόνων που αναδύθηκε αυτή την περίοδο αφορούσε την αντίθεση του κινήματος αυτοδιάθεσης στην πολιτική της αυτονομίας ή σε διάφορες παραμέτρους της (μη) εφαρμογής της, με κύριες τη διαίρεση της περιφέρειας, και τη μη σύσταση της «Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης», που θα εξέταζε τον ρόλο των κυβερνήσεων Σουχάρτο αναφορικά με την ενσωμάτωση και διακυβέρνηση της περιοχής (APSN, 2007, Free West Papua, 2007, Somba, 2008δ, The Economist, 2010, WPNCL, 2008). Μπορούμε να σημειώσουμε πως, ενώ η δυσαρέσκεια των περισσότερων γηγενών παρέμενε σε υψηλά επίπεδα, διότι οι όποιες βελτιώσεις από την καθεστωτική αλλαγή και την παραχώρηση αυτονομίας κρίθηκαν ασήμαντες ή/και μακριά από τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν κατά την περίοδο «Άνοιξη των Παπούα» (1998-2000), για ένα μέρος τουλάχιστον των ελίτ η «παπουανοποίηση» της περιφερειακής και επαρχιακής γραφειοκρατίας που επήλθε με την Ειδική Αυτονομία σήμαινε την άμβλυνση ή απάλειψη μιας τουλάχιστον σημαντικής αιτίας δυσαρέσκειας, αυτής δηλαδή που είχε να κάνει με την επαγγελματική αποκατάσταση και την κοινωνική θέση. Παρά αυτή την επιμέρους μεταβολή, η γεφύρωση πλαισίων που αφορούσε τα «παράπονα»  ήταν επιτυχής: στην πλειοψηφία των γηγενών έβρισκε απήχηση η συνάρθρωση σε ένα κοινό ιδίωμα αντιλήψεων και ερμηνειών σχετικά με τον προσδιορισμό της δυσαρέσκειάς τους και των αιτιών αυτής. 
Αναφορικά πάντως με τη διάσταση των «στόχων», η «γεφύρωση πλαισίων» συνάντησε μεγαλύτερες δυσχέρειες, αν και γενικώς δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ανεπιτυχή. Οι δυσχέρειες αυτές αφορούσαν κυρίως τον καθορισμό των στόχων του κινήματος και των πιθανοτήτων επιτυχίας τους, αλλά  - θα προσθέταμε -  και των μέσων πάλης. Με βάση τα όσα έχουμε αναφέρει παραπάνω, είναι σαφές πως για κάποια περίοδο το δίλημμα «ανεξαρτησία ή αυτονομία» ήταν υπαρκτό· αν και η πλειοψηφία των ευρύτερων στρωμάτων παρέμενε υπέρμαχος της ανεξαρτησίας, οι ελίτ και η ηγεσία του κινήματος αυτοδιάθεσης διαιρέθηκαν προσωρινά.
Ξεκινώντας από τους υποστηρικτές της ανεξαρτησίας και ιδεολογικούς αντιπάλους της αυτονομίας, η έννοια της merdeka παρέμεινε, απ’ τη μία, η βασική κατευθυντήρια αρχή και το σύνθημα που εξακολουθούσε να διεγείρει ευρείες μάζες γηγενών.  Η έννοια της απελευθέρωσης συνέχισε, να πλαισιώνεται από διακριτές κατανοήσεις· απ’ την άλλη, όμως, τουλάχιστον ως προς την αμιγώς πολιτική της διάσταση η έννοια της merdeka απέκτησε ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο κατ’ αυτή τη φάση του αποσχιστικού κινήματος. Το «καταστατικό» κείμενο των οπαδών της ανεξαρτησίας ήταν η απόφαση της 2ης Εθνικής Συνέλευσης (Ιούνιος 2000)· εκεί, αφού γίνεται επίκληση σε διάφορα κείμενα και διεθνείς κανονιστικές αρχές , διακηρύσσεται ότι η Δ. Παπούα είναι κυρίαρχη «ως λαός και κράτος από την 1η Δεκεμβρίου 1961» και διατυπώνεται ο στόχος του δημοψηφίσματος (μετά από διάλογο με την Ινδονησία και την Ολλανδία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) με σκοπό την αναγνώριση αυτής της κυριαρχίας (Free West Papua, 2000). Αυτός ο στόχος (δημοψήφισμα μέσω συνομιλιών και ειρηνικού αγώνα) συνάντησε, όπως είδαμε, την ευρεία αποδοχή των κινηματικών οργανώσεων και εν τέλει και της ίδιας της ΟΡΜ.
Όμως, ο στόχος του δημοψηφίσματος, δηλαδή της ανεξαρτησίας, άρχισε να φαντάζει ανεδαφικός σε διάφορα τμήματα των γηγενών ελίτ -  κάποια εκ των οποίων εμπλέκονταν ενεργά και σε οργανώσεις του κινήματος αυτοδιάθεσης – τα οποία στράφηκαν με ιδιαίτερη θέρμη και διάθεση συμμετοχής στην εφαρμογή μιας λύσης εκτεταμένης αυτονομίας. Το «καταστατικό» κείμενο των υποστηρικτών της αυτονομίας ήταν πρόταση νόμου (περί αυτονομίας), που οι ίδιοι διαμόρφωσαν. Αυτό το προσχέδιο νόμου επιχειρούσε να αντιμετωπίσει πολλά από τα παράπονα των γηγενών και απηχούσε σε μεγάλο βαθμό εθνικιστικές αντιλήψεις· ευδιάκριτος στόχος αυτών που το συνέγραψαν ήταν να αναγνωριστεί η ιδιαίτερη εθνική ταυτότητα των Παπούα και να δημιουργηθούν θεσμοί εκτεταμένης αυτοκυβέρνησης σε ζητήματα πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Ο στόχος, λοιπόν, της αυτονομίας μπορεί να κατανοηθεί ως άλλη μια ερμηνεία της merdeka: εν προκειμένω, ως εκτεταμένη αυτοκυβέρνηση και απελευθέρωση από την πολιτική καταπίεση και την οικονομική εκμετάλλευση, εντός όμως του ινδονησιακού κράτους.
Παρ’ όλα αυτά, η περιορισμένη αποδοχή των προτάσεων των γηγενών στο τελικό κείμενο του νόμου όσον αφορά τα πολιτικά και πολιτισμικά θέματα, αλλά πρωτίστως η γεμάτη παρατυπίες και παλινωδίες εφαρμογή της Ειδικής Αυτονομίας, οδήγησαν το μεγαλύτερο μέρος των ελίτ, που αρχικά την είχε στηρίξει, να εναντιωθεί στην κεντρική κυβέρνηση. Μετά το 2003 και την απόφαση για διαίρεση της Δ. Παπούα σε δύο περιφέρειες, οι «κεντρικές» ή «κατεστημένες» γηγενείς ελίτ συνέπλευσαν εκ νέου στην αντίθεσή τους προς την κυβερνητική πολιτική, ανεξάρτητα από το ποια εκ των τριών κυρίων στάσεων υιοθετούσαν (υπέρ της ανεξαρτησίας, υπέρ της ουσιαστικής αυτονομίας, υπέρ της αυτονομίας ως πρώτο βήμα προς την ανεξαρτησία). Αντίστοιχη σύμπλευση παρατηρήθηκε μεταξύ των διαφόρων κινηματικών οργανώσεων. Έχει, λοιπόν, ενεργοποιηθεί εκ νέου μια διαδικασία συνάρθρωσης διαφόρων διεκδικήσεων και στόχων – αυτό που εδώ κωδικοποιούμε ως «γεφύρωση πλαισίων» - η οποία δεν αγγίζει το «εθνικό» δίλημμα (ανεξαρτησία ή αυτονομία), αλλά απηχεί τις διαχρονικές και ταυτόχρονα επιτακτικές συλλογικές ανάγκες των γηγενών για πολιτική ελευθερία, αυτοθέσμιση και έλεγχο επί των άμεσων πτυχών του συλλογικού βίου, ανθρώπινη ασφάλεια, οικονομική ανάπτυξη, πολιτισμική αναγνώριση και ισοτιμία (στοιχεία που τονίζει η προσέγγιση της «παρατεταμένης κοινωνικής σύγκρουσης»).
Συμπερασματικά, λοιπόν, η λειτουργία του μηχανισμού της γεφύρωσης πλαισίων φαίνεται ότι υπήρξε εντατική, διάχυτη και πυκνή κατά τη δεύτερη φάση. Η καθεστωτική αλλαγή επέτρεψε τη δημόσια – αν και υπό περιορισμούς – άρθρωση των διαφόρων πλαισίων (παραπόνων και στόχων) και κατέστησε πιο καθαρό το περιεχόμενό τους, κάτι που διευκόλυνε και την εμπρόθετη συνάρθρωσή τους. Απ’ την άλλη, όμως, ο πολλαπλασιασμός και η δημόσια άρθρωση διακριτών πλαισίων ανέδειξε και τις διαφορές τους, οι οποίες παρέμεναν αφανείς ή υποβαθμίζονταν κατά την περίοδο της αυταρχικής διακυβέρνησης. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ζήτημα της Ειδικής Αυτονομίας προκάλεσε κάποιες διαφοροποιήσεις, δυσχεραίνοντας έτσι τη «γεφύρωση πλαισίων», ιδιαίτερα αναφορικά με τη διάσταση των «στόχων». Έτσι, ως προς την αποτελεσματικότητα (ή τον αντίκτυπό) του ο μηχανισμός αυτός είχε διακυμάνσεις: ήταν υψηλή κατά την περίοδο 1998-2000, χαμηλή από το 2000 ως περίπου την απόφαση για διαίρεση της περιφέρειας (2003) και έκτοτε ικανοποιητική (μεσαίο προς υψηλό επίπεδο), αν και επισφαλής, όπως εξηγήσαμε.

Ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων              Η λειτουργία αυτού του μηχανισμού σε αυτή τη φάση παρουσιάζει τις περισσότερες ομοιότητες από κάθε άλλον σε σχέση με τη λειτουργία τους στην προηγούμενη φάση.
Καταρχήν, η ίδια η έκρηξη της συλλογικής εθνικιστικής δράσης μετά την πτώση του καθεστώτος Σουχάρτο αποτέλεσε από μόνη της έναν σημαντικό παράγοντα εκ νέου ενεργοποίησης του ορίου «Παπούα»/«Ινδονήσιων». Η ιδιαίτερη ταυτότητα των Παπούα απέκτησε για πρώτη φορά δημόσιο χαρακτήρα μέσα από τον πολιτικό αγώνα των γηγενών, κάτι που συνέτεινε στην ενεργοποίηση – πιο ειδικά, στον τονισμό και την «επισήμανση» – του προϋπάρχοντος ορίου. Εκτός των παραπάνω, η «πολιτική σημασία» του ορίου «Παπούα»/«Ινδονήσιοι»- ενισχύθηκε κατ’ αυτή την περίοδο, καθότι η πολιτική δράση – από την πλευρά των γηγενών τουλάχιστον – οργανώθηκε με βάση την εθνοτική ταυτότητα· οι διάφορες πολιτικές οργανώσεις - το Presidium, το DAP,  η AMP και η WPNCL για να μείνουμε στις σημαντικότερες – έχουν σχεδόν αποκλειστικά γηγενή σύνθεση και αρθρώνουν διεκδικήσεις στο όνομα των Παπούα. Οι σχέσεις των γηγενών με τους μετανάστες ότι οξύνθηκαν επικίνδυνα για κάποιο διάστημα, όπως μαρτυρείται από επιθέσεις της ΟΡΜ, και κυρίως την αιματηρή επίθεση γηγενών στη Wamena τον Οκτώβριο του 2000.
Αναφορικά με το κίνημα αυτοδιάθεσης,  σε κάθε εκδήλωση, πολιτική δράση και κείμενο η ύπαρξη μιας συμπαγούς εθνοτικής κατηγορίας, των «Παπούα», θεωρείται αυτονόητη· τις περισσότερες φορές δεν δηλώνεται καν, προκύπτει από τα συμφραζόμενα ως κάτι το συντελεσμένο και φυσικό. Μπορούμε εδώ να αναφερθούμε σε κάποιες περιπτώσεις του εθνικιστικού λόγου των Παπούα, στις οποίες η ύπαρξη μιας κοινής κουλτούρας και μιας κοινής φυλετικής καταγωγής προβάλλεται πιο έντονα και σηματοδοτεί την ενεργοποίηση του μηχανισμού της  ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων: Η 2η Εθνική Συνέλευση (2000) ανήγε σε κείμενό της την ταυτότητα των Παπούα στη «μελανησιακή καταγωγή», ενώ ο εκ των ηγετών της ΟΡΜ Ondowame προσέθετε πως η καταγωγή αυτή  τους «διαφοροποιούσε ριζικά» από τους Ινδονήσιους (King, 2004, σ.34, 58). Ο ηγέτης της οργάνωσης Free West Papua στη Βρετανία, Benny Wenda, απηχεί μια παρόμοια «αρχεγονική» πρόσληψη της γηγενούς ταυτότητας, την οποία αντιπαραβάλλει με την Ινδονησιακή: κατηγορεί τον κυβερνήτη της περιφέρειας Suebu πως με την πολιτική του «φοράει τη στολή του εχθρού όλων [ημών] των Παπούα, της Ινδονησίας», παρότι οι «πρόγονοί του είναι Παπούα» και «γεννήθηκε  Παπούα» (Wenda, 2007). Ο τότε ανώτατος διοικητής της ΟΡΜ John Somer έκανε έκκληση στα «παιδιά της Δυτικής Παπούα» να τιμήσουν και να ακολουθήσουν το παράδειγμα των «ηρώων και μαρτύρων του έθνους» (AWPA, 2003). Σε μια εκδήλωση εορτασμού της επετείου της 1ης Δεκεμβρίου ο ηγέτης της φοιτητικής ΚΝΡΒ, Buchtar Tabuni, δήλωσε πως οι Παπούα είναι ένα «διακριτό έθνος Μελανήσιων και όχι Μαλαισιανών, όπως η Ινδονησία» (ICG, 2010α, σ.7), ενώ ο παρουσιαστής ενός πολιτιστικού φεστιβάλ στη Jayapura το 2005 διατράνωνε επευφημούμενος απ’ τους παρευρισκόμενους: «είμαστε ένα· είμαστε διαφορετικοί απ’ τους Ινδονήσιους· έχουμε μαύρο δέρμα και κατσαρά μαλλιά· δεν θα διασπαστούμε· είμαστε όλοι Παπούα» (Upton, 2009, σ.49). Ο επιφανής εκκλησιαστικός ηγέτης Socratez S. Yoman, αφού κατηγοριοποιεί τους γηγενείς στους «μελανήσιους λαούς του Ειρηνικού», τους καλεί «να επιστρέψουν στην αυθεντική κουλτούρα τους, τη δική τους γλώσσα, ώστε να επαν-ανακαλύψουν την ταυτότητά τους ως Παπούα» (InfoPapua, 2007).
Πέρα από τον λόγο και τη δράση των κινηματικών οργανώσεων, η αναγνώριση μιας ιδιαίτερης ενιαίας κουλτούρας προσέλαβε και μια επίσημη, θεσμική διάσταση κατ’ αυτή την περίοδο. Ο ίδιος ο νόμος περί Ειδικής Αυτονομίας θεωρούσε δεδομένη την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης γηγενούς κουλτούρας, στην οποία μάλιστα αναγνώρισε κάποια συλλογικά δικαιώματα (οσοδήποτε περιορισμένα κι αν ήταν αυτά από τη σκοπιά των Παπούα), όπως η συγκρότηση ενός κοινοβουλευτικού σώματος με αυστηρά γηγενή σύνθεση (της MRP) και η διστακτική και ασαφής εισαγωγή θετικών διακρίσεων προς όφελος των γηγενών (όπως π.χ. στη δημόσια διοίκηση). Επιπλέον, η MRP, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς της να κρίνει την «εντοπιότητα» των υποψήφιων για τη θέση του κυβερνήτη, προέβη σε μια στενή, σχεδόν εθνο-φυλετική ερμηνεία του «γηγενούς» (μέλος της μελανησιακής φυλής, γονείς Παπούα, γνώση μιας από τις γλώσσες των φυλών).
Μέχρι τώρα έχουμε αναφερθεί περισσότερο στη διάσταση της ενεργοποίησης παρά της απενεργοποίησης ορίων. Η διαδικασία αυτή, η οποία εν προκειμένω αναφέρεται πρωτίστως στην εξασθένηση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των διαφόρων γηγενών φυλών προς όφελος μιας παν-Παπούα ταυτότητας, παραμένει ακόμα εν εξελίξει (π.χ. Robinson, 2009α). Εκτός του ότι αρκετοί γηγενείς συνεχίζουν να ταυτίζονται πρωτίστως με την ιδιαίτερη φυλή τους, η ευρύτερη διαίρεση μεταξύ «ορεινών» και «παραλιακών» φυλών εκδηλώθηκε σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και εντός του κινήματος αυτοδιάθεσης (King, 2004, σ.55, Rumbiak, 2001).  Επιπλέον, συνεχίστηκαν οι εσωτερικές εντάσεις και στο μικρότερο επίπεδο, όπως μαρτυρούν κάποια παραδείγματα «παραδοσιακών» συγκρούσεων  - κάποιες εξ αυτών θανατηφόρες - μεταξύ γειτονικών φυλών, αλλά και νέοι ανταγωνισμοί που δημιουργήθηκαν με την είσοδο των φυλών στο πεδίο των σύγχρονων οικονομικών σχέσεων. Μια επιπλέον έκφανση των εσωτερικών ανταγωνισμών που αφορά και τα δύο επίπεδα είναι η διαμάχη μεταξύ επαρχιακών ελίτ και των οπαδών τους  σχετικά μe την προνομιακή προσέλκυση πόρων και αναπτυξιακών προγραμμάτων. Πέρα από τις συνεχιζόμενες σε έναν βαθμό εσωτερικές εντάσεις και τις πιθανές μελλοντικές εξελίξεις, δεν έχουμε ενδείξεις ότι την περίοδο που εξετάζουμε σημειώθηκε αντιστροφή της τάσης για εμπέδωση μιας ευρύτερης, παν-Παπούα ταυτότητας· αντιθέτως, θεωρούμε η τάση αυτή είναι δύσκολα αναστρέψιμη και  σε κάθε περίπτωση η επίταση της συλλογικής διεκδίκησης που παρατηρούμε αυτή την περίοδο εδραίωσε περαιτέρω την αίσθηση της κοινής μοίρας όλων των γηγενών της Δ. Παπούα.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, κρίνουμε πως η λειτουργία του μηχανισμού ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων ήταν, όπως και κατά την προηγούμενη φάση, έντονη, διαρκής, διάχυτη και σε σημαντικό βαθμό αποτελεσματική (μεσαίο προς υψηλό επίπεδο).

Κοινωνική ιδιοποίηση                  Αυτός ο μηχανισμός είδαμε ότι κατά την πρώτη, ένοπλη φάση του αποσχιστικού κινήματος είχε εξαιρετικά αδύναμη λειτουργία. Κατά τη δεύτερη φάση του αποσχιστικού κινήματος που εξετάζουμε εδώ, η οργανωτική μεγέθυνση που παρατηρήθηκε ήταν ραγδαία και εντυπωσιακή, ενώ, όπως είδαμε, σημειώθηκε και μια σχετική αύξηση στην κατηγορία των «πόρων» (ιδιαίτερα αναφορικά με το «μέγεθος» και αρκετά λιγότερο αναφορικά με τη «χρηματοδότηση» και τις «εξωτερικές συμμαχίες»). Όμως αυτή η βελτίωση δεν οδήγησε γραμμικά ή/και αυτόματα στην εντατική λειτουργία του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης. Θα αναλύσουμε τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού με βάση τις δύο διαστάσεις του: α) την περισσότερο «ακραιφνή» του λειτουργία που αφορά την ιδιοποίηση κοινωνικών χώρων (δηλαδή των δρώντων, αλληλεπιδράσεων, δικτύων, δεσμών, συμβόλων που αυτοί εμπερικλείουν) με σκοπό τη διεξαγωγή της πολιτικής κινητοποίησης και τη συγκρότηση μιας κοινωνικής/οργανωτικής βάσης, και β) την «πολιτικο-ιδεολογική» διάσταση που αφορά την ανάδυση νέων ερμηνειών, που καλούν σε αναπροσανατολισμό των στοχεύσεων του εκάστοτε κοινωνικού χώρου,  αναπροσαρμογή η οποία συνάδει με - ή ευνοεί – την αναδυόμενη συλλογική, καινοτόμο διεκδικητική δράση.
Ξεκινώντας από αυτή τη δεύτερη διάσταση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της κεντρικής, «οργανωτικής» διάστασης, μπορούμε να πούμε πως σε αυτή τη δεύτερη φάση του κινήματος ήταν σαφώς περισσότερο εμφανής σε σχέση με την πρώτη. Ουσιαστικά αυτή η αλλαγή συνδέεται με την ενεργοποίηση του μηχανισμού της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών. Η κατάρρευση του καθεστώτος, η έκρηξη της διεκδικητικής και κινηματικής δράσης παντού στην Ινδονησία, το δημοψήφισμα στο Αν. Τιμόρ και – πρωτίστως – οι διάφορες πρωτοβουλίες της κεντρικής κυβέρνησης αναφορικά με τη Δ. Παπούα, δημιούργησαν ένα κλίμα ευφορίας και πίστης πως η πολυπόθητη «απελευθέρωση» επέκειτο· σε ένα τέτοιο κλίμα είναι σχεδόν βέβαιο πως σημαντικά τμήματα του γηγενούς πληθυσμού πείστηκαν για την αναγκαιότητα της πολιτικής ενεργοποίησης και συμμετοχής στη διεκδικητική δράση, όπως έχουμε δει. Κατεξοχήν παράδειγμα αυτού του αναπροσανατολισμού ήταν η γηγενής ελίτ, η οποία, όπως έχουμε πει, πέρασε από την «παθητικότητα» και τον πραγματιστικό συμβιβασμό της περιόδου Σουχάρτο στην ενεργή συμμετοχή. Αυτή η αυξημένη συμμετοχή ήταν ιδιαίτερα εμφανής κατά την «Άνοιξη των Παπούα» (1998-2000). Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση και ενταθείσα διάθεση για συμμετοχή στον αγώνα για πολιτική αλλαγή, αποτέλεσε αναγκαία – αλλά όχι και ικανή – συνθήκη για την κοινωνική ιδιοποίηση κοινωνικών χώρων, δικτύων και στρωμάτων από το κίνημα αυτοδιάθεσης.
Περνώντας σε αυτή τη διάσταση, θα εξετάσουμε τον βαθμό ιδιοποίησης κοινωνικών χώρων τόσο κατά τον πρώτο, υψηλής διεκδικητικής έντασης και πυκνότητας, συγκρουσιακό κύκλο (1998-2000) όσο και κατά το υπόλοιπο της περιόδου. Ξεκινώντας με τους πολιτικούς χώρους τους οποίους μπορούσε να εκμεταλλευτεί πολιτικά και οργανωτικά το κίνημα αυτοδιάθεσης, είναι προφανές ότι το πρώιμο κίνημα αυτοδιάθεσης δεν αποτελούσε ιδιαίτερα πρόσφορο πεδίο, στο οργανωτικό και στελεχιακό επίπεδο. Το κίνημα αυτοδιάθεσης, όμως, μπόρεσε να ιδιοποιηθεί το πρώιμο εθνικιστικό κίνημα στο συμβολικό και ιδεολογικό επίπεδο: η σημαία που αυτό «επινόησε» συνέχισε να αποτελεί σύμβολο του αγώνα, ενώ στο κείμενο αποφάσεων της 2ης Εθνικής Συνέλευσης (Free West Papua, 2000) μνημονεύεται τόσο το Πολιτικό Μανιφέστο του 1961, το οποίο αποτέλεσε την επίσημη διακήρυξη του γηγενούς εθνικισμού, όσο και η 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ως η μέρα που το «έθνος των Παπούα» απέκτησε την κυριαρχία του. Περισσότερο προφανής πολιτικός χώρος, στον οποίο θα μπορούσε να αναζητήσει δίκτυα και υποστηρικτές το κίνημα αυτοδιάθεσης, ήταν η ΟΡΜ. Η οργάνωση αυτή είχε συγκροτήσει λιγότερο ή περισσότερο χαλαρούς δεσμούς με κάποιες γηγενείς κοινότητες, ενώ διέθετε μερικές χιλιάδες ενεργούς και πρώην μαχητές και μια σειρά ηγετικών στελεχών. Ο ισχυρότερος «πόρος» της, ήταν η απήχησή της, το έρεισμά της, το γεγονός πως είχε καταστεί συνώνυμο και σύμβολο της γηγενούς αντίστασης ενάντια στην ινδονησιακή εξουσία και πως είχε αφήσει μια παρακαταθήκη αγώνα. Όμως, η οργανωτική δομή της ΟΡΜ ήταν υπέρμετρα ισχνή και χαλαρή ώστε να αποτελέσει πόρο για το κίνημα αυτοδιάθεσης..
Με βάση τα παραπάνω, πού αποδίδεται ο μαζικός χαρακτήρας του κινήματος αυτοδιάθεσης και του Presidium συγκεκριμένα; Θεωρούμε ότι η μαζική συμμετοχή αυτή οφείλεται σε έναν συνδυασμό δημιουργίας νέων οργανωτικών δομών και στήριξης σε προϋπάρχοντα ανεπίσημα δίκτυα. Στη 2η Εθνική Συνέλευση, για παράδειγμα, συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά αντιπρόσωποι από ολόκληρη τη Δ. Παπούα και συγκρότησαν μια νέα οργάνωση (Presidium) με εσωτερικές δομές  μάλλον πρωτόγνωρες για τα δεδομένα της περιοχής. Η οδός της δημιουργίας νέων οργανώσεων, βέβαια, απαιτεί κατά κανόνα  τη διαθεσιμότητα περισσότερων πόρων. Το κίνημα αυτοδιάθεσης, κατά την αρχική φάση της δημοκρατικής μετάβασης, υπερέβη αυτό το πρόσκομμα μέσω του διεκδικητικού ξεσπάσματος που προκάλεσαν τα καταλυτικά γεγονότα της κατάρρευσης ενός υπερτριακονταετούς καθεστώτος και της εκκίνησης της πορείας εκδημοκρατισμού · με άλλα λόγια, επρόκειτο για μια πολιτική συγκυρία σπάνια και ιδιαίτερη. Επιπλέον, η περίοδος συγκρότησης του Presidium ήταν ίσως η μοναδική που το κίνημα είχε στη διάθεσή του κάποιους χρηματικούς πόρους· υπενθυμίζουμε την αμφιλεγόμενης προέλευσης χρηματοδότηση από τον  συνεργάτη του (ηγέτη του Presidium) Eluay καθώς και την καθόλου αμελητέα επιδότηση της 2ης Εθνικής Συνέλευσης από την ίδια την κυβέρνηση μετά από προσωπική πρωτοβουλία του προέδρου Wahid. Εν συνεχεία, η διαδικασία δημιουργίας νέων οργανώσεων δεν συντελείται σε κοινωνικό κενό· ενώ το Presidium δε βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ΟΡΜ για τη συγκρότηση μιας κοινωνικής/οργανωτικής βάσης, αυτό το εγχείρημα πρέπει να διευκολύνθηκε από ανεπίσημα κοινωνικά δίκτυα. Στην περίπτωση του κινήματος στη Δ. Παπούα μπορούμε να επισημάνουμε τα πιο εμφανή από τα ανεπίσημα δίκτυα που διευκόλυναν τη συμμετοχή σε αυτό, ήτοι αυτά της γηγενούς ελίτ, που επαγγελματικά ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη στην τοπική γραφειοκρατία. Η μετάβαση αρκετών μελών αυτού του στρώματος από την παθητική στην ενεργό στήριξη του γηγενούς εθνικισμού είναι σχεδόν βέβαιο ότι διευκολύνθηκε από την ύπαρξη τέτοιων δικτύων. Επιπροσθέτως, ο εθνοτικός (εν προκειμένω γηγενής) παρά δι-εθνοτικός χαρακτήρας των περισσοτέρων δικτύων, στα οποία συμμετείχαν οι Παπούα, επιβεβαίωσε και ενίσχυσε - όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις (Maiz, 2003, σ.209) – τον εθνοτικό χαρακτήρα της κινητοποίησης .
Κατά τα πρώτα χρόνια του κινήματος αυτοδιάθεσης η «κοινωνική ιδιοποίηση» παρατηρήθηκε περισσότερο στο συμβολικό και ιδεολογικό επίπεδο. Όμως,  μετά την πρώιμη περίοδο της δεύτερης φάσης – η οποία μπορούμε να θεωρήσουμε σχηματικά πως έληξε με τη δολοφονία του Eluay τον Νοέμβριο του 2001 – το κίνημα αυτοδιάθεσης είχε στη διάθεσή του πλέον και δίκτυα των δύο άλλων τύπων, ήτοι δίκτυα που συνέδεαν κινηματικές οργανώσεις μέσω α) μηχανισμών συντονισμού και β) κοινών μελών και στελεχών. Θεωρούμε πως τα δίκτυα αυτά συγκροτήθηκαν μέσα από την ίδια τη συλλογική δράση - κάτι όχι ασύνηθες σε περιπτώσεις κινητοποίησης - των ετών 1998-2000, η οποία, όπως έχουμε πει, ήταν ιδιαίτερα έντονη και μαζική. Με τη συμμετοχή στις διεργασίες ενός κινήματος, δημιουργούνται νέοι δίοδοι επικοινωνίας, συνδέονται διαφορετικές κινηματικές «περιοχές», οικοδομούνται νέες σχέσεις, που εντείνουν την αίσθηση κινηματικής ταυτότητας. Ειδικό ρόλο στη συγκρότηση νέων οργανωτικών  δικτύων παίζουν τα άτομα που είναι μέλη σε πολλαπλές κινηματικές οργανώσεις· αυτοί παίζουν τον ρόλο των «μεσιτών», και γενικότερα στις παραπάνω διεργασίες μπορεί εύκολα κανείς να εντοπίσει πτυχές του μηχανισμού της μεσιτείας.
Με βάση την παραπάνω συζήτηση μπορούμε εδώ να αναφερθούμε σε πτυχές του κινήματος αυτοδιάθεσης που διευκόλυναν ή σηματοδότησαν την ενεργοποίηση του μηχανισμού κοινωνικής ιδιοποίησης. Ξεκινώντας από την περίοδο της «Άνοιξης των Παπούα» (1998-2000), κατά την οποία θεωρούμε πως τέθηκαν οι βάσεις για τη μετέπειτα κοινωνική ιδιοποίηση, μπορούμε καταρχήν να αναφερθούμε στη 2η Εθνική Συνέλευση, όπου συνέρρευσαν χιλιάδες γηγενείς  δίνοντας έτσι την ευκαιρία για σύσφιξη σχέσεων, οικοδόμηση δεσμών και τόνωση της συλλογικής, αλλά και της κινηματικής ταυτότητας. Ένα σημαντικό παράδειγμα που παραπέμπει σε ιδιοποίηση στελεχιακού δυναμικού (και συγκρότηση δικτύων μέσω κοινών μελών) είναι η σε μεγάλο βαθμό επικάλυψη των ηγετικών κλιμακίων διαφόρων οργανώσεων· η ηγεσία του Presidium αποτέλεσε συνέχεια άλλων οργανώσεων (FORERI, Ομάδα των 100) ενώ την ηγεσία αυτή «ιδιοποιήθηκε» λίγο αργότερα το DAP και η ΜRP. Στο επίπεδο της βάσης του Presidium και της λαϊκής υποστήριξης που απολάμβανε, είδαμε πως το DAP προσπάθησε να την «ιδιοποιηθεί» με κάποια επιτυχία. Το πιο σαφές παράδειγμα ενεργοποίησης του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης αποτελούν οι συμμαχικές οργανώσεις ή οργανώσεις-ομπρέλες που αναδύθηκαν στα πλαίσια του κινήματος αυτοδιάθεσης, όπως ήταν η WPNA, η KNPB, το FORDEM και  η WPNCL . Η συγκρότησή τους – που αποτελεί απόληξη των δικτύων δια-οργανωσιακού συντονισμού που δημιουργήθηκαν μέσα από την κοινή δράση – επιτρέπει την «ιδιοποίηση» των υποστηρικτών, ακροατηρίων και πόρων της καθεμιάς από τις συνιστώσες  οργανώσεις. Πιο σημαντική απ’ αυτές είναι η WPNCL, όχι μόνο γιατί φαίνεται να απαρτίζεται από τις περισσότερες οργανώσεις (27), αλλά και γιατί σε αυτές συμπεριλαμβάνεται η ΟΡΜ, η οποία παρά τις οργανωτικές αδυναμίες της έχει πολλά να προσφέρει σε επίπεδο δικτύων (εντός και εκτός της Δ. Παπούα), υποστήριξης από κοινότητες της υπαίθρου (πρωτίστως) και πολιτικού κεφαλαίου. Ως ένα τελευταίο παράδειγμα επισημαίνουμε ότι ο κινηματικός χώρος εν γένει «ιδιοποιήθηκε» κατά κάποιον τρόπο τις εκκλησιαστικές οργανώσεις, τον πιο νομιμοποιημένο ίσως θεσμό μεταξύ των γηγενών σύμφωνα με μια κοινωνική έρευνα (IFES, 2003, σ.12): κατά τον Chauvel (2007, σ.49). Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες, δρώντας ηθελημένα ή μη ως «μεσίτες»,  αποτέλεσαν τον σύνδεσμο μεταξύ της εθνικιστικής ηγεσίας των πόλεων και των απομονωμένων γηγενών κοινοτήτων, μεταφέροντας πληροφορίες για τις πολιτικές εξελίξεις μέσω του εκτενέστατου δικτύου ενοριών, που καλύπτει ολόκληρη τη Δ. Παπούα, και των εκκλησιαστικών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων· σύμφωνα με το King (2004, σ.41-2) οι σημαντικότερες εκκλησίες στη Δ. Παπούα ήταν σαφώς ευνοϊκά διακείμενες προς τον εθνικό αγώνα, αν και κατά κανόνα επιφυλακτικές ως προς τη μαχητική συλλογική δράση (υπό τον φόβο των αντιποίνων). Παρατηρείται, λοιπόν, μια μεταστροφή στον προσανατολισμό των εκκλησιαστικών οργανώσεων σε σχέση με το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου Σουχάρτο, υπό την έννοια της περισσότερο ενεργού σύμπραξης  ή υποστήριξης του μαζικού κινήματος διαμαρτυρίας, καθώς και τη χρησιμοποίηση εμμέσως των οργανωτικών δομών, των συμβόλων και του κύρους τους από το κίνημα αυτοδιάθεσης· τα δύο αυτά χαρακτηριστικά παραπέμπουν ευθέως στον μηχανισμό της κοινωνικής ιδιοποίησης.
Η παραπάνω ανάλυση περιγράφει άνευ αμφιβολίας μια εντατικοποίηση της λειτουργίας του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης σε σχέση με την πρώτη φάση του αποσχιστικού κινήματος. Πέρα από αυτή τη διαπίστωση μέσω της σύγκρισης, δεν είναι εύκολο να αποτιμηθεί με απόλυτους όρους αν η λειτουργία αυτού του μηχανισμού είναι όντως εντατική. Είναι βέβαιο πως τα χαρακτηριστικά που εξέλαβε το κίνημα αυτοδιάθεσης και η ορμητική, μαζική έναρξή του δημιούργησαν προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση αυτού του μηχανισμού, όμως τα παραδείγματα που παραθέσαμε μάλλον δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα περί μιας υψηλής αποτελεσματικότητας ενεργοποίησης, ελλείψει μιας ριζικής και καταλυτικής κοινωνικής ιδιοποίησης μιας οργάνωσης ή κοινωνικού χώρου, όπως στην περίπτωση των εκκλησιών της αφρο-αμερικάνικης κοινότητας από το κίνημα δικαιωμάτων στις ΗΠΑ (δεκαετία 1960) ή, ίσως, των διάφορων επιστημονικών κέντρων μελέτης «εθνοτικών» γλωσσών από τα εθνοτικά κινήματα που αναδύθηκαν στη Σοβιετική Ένωση (τέλη δεκαετίας 1980 – αρχές 1990) (Gorenburg, 2003, σ.9-10). Στην περίπτωση του κινήματος στη Δ. Παπούα η «κοινωνική ιδιοποίηση» ενεργοποιείται περισσότερο σταδιακά και συσσωρευτικά. Συμπερασματικά, λοιπόν, η λειτουργία του μηχανισμού ήταν μεσαίας έντασης, αυξανόμενης συχνότητας και σχετικά υψηλής διάχυσης· η αποτελεσματικότητά (αντίκτυπος) του, λοιπόν, θεωρούμε πως κινήθηκε σε μεσαία επίπεδα, αν και φαίνεται να έχει τάσεις ενίσχυσης.

Μεσιτεία                  Η ασθενής λειτουργία αυτού του μηχανισμού κατά την προηγούμενη φάση του αποσχιστικού κινήματος - τουλάχιστον όσον αφορά τη δημιουργία μιας μαζικής κοινωνικής βάσης, τη δημιουργία πλατιών πολιτικών συμμαχιών και τον συντονισμό της συλλογικής δράσης – αποτελεί βασική αιτία της έλλειψης συμπαγούς σύνδεσης ελίτ/«μαζών» στο επίπεδο της πολιτικής κινητοποίησης (και άρα αιτία της απουσίας μαζικής διεκδικητικής δράσης). Η ίδια η διάνοιξη των πολιτικών ευκαιριών που σηματοδότησε η δημοκρατική μετάβαση αποτέλεσε ευνοϊκή συνθήκη για την ενεργοποίηση του μηχανισμού, καθώς έδωσε τη δυνατότητα σε πολιτικούς δρώντες ή σε κοινωνικές κατηγορίες που δεν είχαν καν συγκροτηθεί ως τέτοιοι («υποκείμενα» στην ορολογία του DOC) να συναντηθούν στην πολιτική αρένα και να συνάψουν νέους δεσμούς. Στη Δ. Παπούα, η διαδικασία της προσέγγισης και σύνδεσης φαίνεται ότι ξεκίνησε (ή προσέλαβε πρώτα οργανωσιακή μορφή) στο επίπεδο των ελίτ: το FORERI και η Ομάδα των 100 αποτέλεσαν οχήματα σύμπραξης των διαφόρων γηγενών ελίτ, από τους αρχηγούς φυλών ως τους πανεπιστημιακούς, τους εκκλησιαστικούς ηγέτες και φυσικά τη «γραφειοκρατική» ελίτ, τα στρώματα δηλαδή που έπαιξαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση της «συλλογικής ιδιοποίησης ευκαιριών». Ιδιαίτερα μετά την εκλογή του Wahid στην προεδρία της χώρας, το καλοκαίρι του 1999, αυτές οι συνδέσεις μπόρεσαν να επεκταθούν και στα υπόλοιπα στρώματα μέσα από τη μαζικοποίηση και εντατικοποίηση της διεκδικητικής δράσης (π.χ. κατά τους μαζικούς εορτασμούς της 1ης Δεκεμβρίου). Σημαντικότερες, όμως, από τη σκοπιά της οργανωσιακής και πολιτικής σύνδεσης ευρύτερων γηγενών στρωμάτων ήταν οι δύο «εθνοσυνελεύσεις» που διεξήχθησαν στο πρώτο μισό του 2000  (η «Mubes» και η 2η Εθνική Συνέλευση). Η Mubes προσδιόρισε εννιά κοινωνικούς «πυλώνες» του κινήματος αυτοδιάθεσης, δηλαδή εννιά κοινωνικά στρώματα ή κατηγορίες δρώντων που θα έπρεπε να αντιπροσωπευθούν  - όπως και έγινε – στο Συμβούλιο του Presidium. Αυτή η πρόβλεψη αποτελεί παράδειγμα εμπρόθετης οργανωσιακής σύζευξης διαφόρων δρώντων ή δικτύων. Η μαζικής συμμετοχής 2η Εθνική Συνέλευση αποτέλεσε το κορυφαίο ίσως δείγμα μιας διεργασίας σύνδεσης και συντονισμού των γηγενών υπό ένα ενιαίο κινηματικό φορέα. Επιπλέον, συνετέλεσε στη συνάρθρωση διαφόρων αιτημάτων υπό τον κεντρικό στόχο του δημοψηφίσματος («γεφύρωση πλαισίων»), ενώ αποτέλεσε και ευκαιρία και επιβεβαίωσης των κοινών ιστορικών εμπειριών του πρόσφατου παρελθόντος  και της κοινής μοίρας που ένωνε τους γηγενείς («ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων»), κάτι που διευκόλυνε και τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της από κοινού δράσης. Οι συμμετέχοντες, επιστρέφοντας στους τόπους καταγωγής τους, ανέλαβαν τον ρόλο του αγγελιοφόρου των συλλογικών στόχων που καθορίστηκαν στη Συνέλευση και αποτέλεσαν τους διαμεσολαβητές μεταξύ της ηγεσίας και των γηγενών μαζών. Εν συνεχεία, ο Theys Eluay αναδείχθηκε στην ηγεσία του Presidium, πιθανότατα διότι είχε την ικανότητα να συνδέει διαφορετικούς δρώντες και να συναρθρώνει τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους. Το ίδιο το Presidium αποτελούσε ένα είδος «συλλογικού μεσίτη», καθώς το καθοδηγητικό του όργανο, το Συμβούλιο, επεδίωκε, όπως είπαμε, να είναι αντιπροσωπευτικό τουλάχιστον των ελίτ, ενώ ταυτόχρονα είχε ξεκινήσει τη συγκρότηση μιας κάθετης οργανωτικής δομής, μέσω της ίδρυσης τοπικών γραφείων/οργανώσεων («Panel»). Η συγκρότηση αυτή δεν ολοκληρώθηκε, λόγω του ισχυρού κατασταλτικού πλήγματος που δέχθηκε η οργάνωση, όμως πιθανότατα κατάφερε να κληρονομήσει κάποια ανεπίσημα δίκτυα· η μερικώς επιτυχημένη προσπάθεια του DAP να δημιουργήσει παρόμοια οργανωτική δομή πιθανόν να «ιδιοποιήθηκε» αυτά τα δίκτυα. Επιπροσθέτως, ρόλο συλλογικού μεσίτη έπαιξαν, όπως είδαμε, και πολλές Εκκλησίες: οι λειτουργοί τους ανέλαβαν στις κοινότητες της υπαίθρου τον καθοδηγητικό ρόλο που είχαν στις πόλεις οι μορφωμένες ελίτ, «που αντικατέστησαν την ΟΡΜ ως ηγέτες του εθνικιστικού κινήματος μετά το 1998» (Chauvel, 2007, σ.49).
Βεβαίως, η διεργασία της σύνδεσης διαφορετικών χώρων σε από κοινού δράση είχε να υπερβεί διάφορα εμπόδια, με πρώτο αυτό της καταστολής. Άλλωστε τα παραπάνω παραδείγματα αναφέρονται στα πρώτα χρόνια της δημοκρατικής μετάβασης, την περίοδο δηλαδή της σχετικής εξασθένησης της κρατικής καταστολής, η οποία όμως επανέκαμψε (στη Δ. Παπούα) με την άνοδο της Sukarnoputri στην προεδρία το καλοκαίρι του 2000. Θεωρούμε πάντως, με βάση και τα όσα έχουμε πει στην ανάλυση του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης, πως οι νεοπαγείς δεσμοί και τα δίκτυα που αναπτύχθηκαν αυτά τα χρόνια της κινηματικής ανάτασης άφησαν σημαντική παρακαταθήκη σε διάφορα επίπεδα: σε αυτό της πολιτικής συνειδητοποίησης και ωρίμανσης, στο καθαυτό της πολιτικής οργάνωσης και δράσης, σε εκείνο της κινηματικής «τεχνογνωσίας», κλπ. Ένας δεύτερος παράγοντας που δυσχέρανε – περισσότερο πολιτικά, παρά οργανωτικά - τη σύνδεση γηγενών δρώντων και «χώρων» σε κοινή δράση ήταν η πολιτική της αυτονομίας  και οι διαιρέσεις που αυτή προκάλεσε στο εσωτερικό του κινήματος, ιδίως στο επίπεδο της ηγεσίας (και των γηγενών ελίτ ευρύτερα). Ο Chauvel (2007, σ.38) παρατηρεί πως «οι ελίτ και πολιτικές οργανώσεις στην [Δ.] Παπούα ήταν πολύ περισσότερο ενωμένες το 2000, με ένα φαινομενικά κυρίαρχο Presidium, παρά το 2005-2006». Πάντως, όπως έχουμε προαναφέρει, μετά από ένα διάστημα σοβαρών αποκλίσεων, οι οποίες όμως δε φαίνεται ότι ποτέ εξέλαβαν τον χαρακτήρα ρήξης, η ίδια η προσχηματική εφαρμογή της Ειδικής Αυτονομίας συνένωσε πάλι το μεγαλύτερο μέρος των γηγενών ελίτ, μαζί με την πλειοψηφία των «μαζών» που ούτως η άλλως διέκειντο εξαρχής (ή στράφηκαν γρήγορα) εναντίον της αυτονομίας, εναντίον των κυβερνητικών πολιτικών. Η κύρια διαίρεση πλέον στο επίπεδο των ελίτ είναι μεταξύ των «επαρχιακών» ελίτ, που έχουν υποστηρίξει τη διαίρεση της περιφέρειας και γενικά την εφαρμογή του νόμου, και των πολυπληθέστερων «κεντρικών», «κατεστημένων» γηγενών ελίτ, που αντιδρούν στην Ειδική Αυτονομία είτε αξιωματικά και συλλήβδην, είτε διότι επιθυμούν την ουσιαστική εφαρμογή του νόμου (στη διαμόρφωση του οποίου οι ίδιοι είχαν συνεισφέρει). Η έκθεση της ICG (2010β, σ.2) σημειώνει πως παρά την αντίθεση μεταξύ επαρχιακών και κεντρικών ελίτ υπάρχουν ακόμα «πολλά κοινά παράπονα, σχετικά με τις διακρίσεις, τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και τις αδικίες του παρελθόντος». Αυτή η σύνδεση αποτυπώνεται και στις οργανώσεις-ομπρέλες (WPNCL, KNPB, FORDEM), που συστήθηκαν ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια (με εξαίρεση την αδύναμη WPNA που ιδρύθηκε το 2002), δηλαδή μετά το 2006, που ο Chauvel παρατηρούσε αποδυνάμωση της ενότητας του κινήματος.
Με βάση τα παραπάνω, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την παρατήρηση πως ο ειρηνικός αγώνας των Παπούα που αντικατέστησε την ένοπλη δράση της ΟΡΜ είναι «χαλαρά συντονισμένος» (West Papua Report January 2009), εκτός και αν «συντονισμός» νοείται μόνο μέσω της ύπαρξης μιας κυρίαρχης οργάνωσης. Ακόμα και αν είναι έτσι, το γηγενές κίνημα πλησίασε στο να αποκτήσει μια τέτοια οργάνωση, το Presidium, για ένα πολύ μικρό διάστημα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αυτό που αναφέρουμε ως «μεσιτεία» δεν ανάγεται στενά στο ζήτημα του συντονισμού, αν και όντως αποτελεί κρίσιμο στοιχείο· περιλαμβάνει και διεργασίες που απολήγουν στη συγκρότηση νέων πολιτικών και οργανωτικών δεσμών, επίσημων ή ανεπίσημων, που εντείνουν την αίσθηση ενός κοινού πολιτικού σκοπού (μεταξύ δρώντων με συναφείς στοχεύσεις αλλά στην πράξη αποκομμένων ως τότε, από επιλογή ή αδυναμία λόγω καταστολής) και δημιουργούν τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας μιας κοινής, συλλογικής, μαχητικής δράσης . Όλα τα παραπάνω θεωρούμε πως συνέβησαν στη Δ. Παπούα μετά το 1998, και ιδιαίτερα α) από το 1998 ως το 2000 κα β) από το 2006 και εντεύθεν. Η επιτυχής ενεργοποίηση της «μεσιτείας» σε αυτή τη φάση του αποσχιστικού κινήματος εξαρτάται – στον βαθμό που η προτεινόμενη περιοδολόγηση είναι σωστή – όχι μόνο από την ένταση της καταστολής, αλλά και την ικανότητα του κινήματος  να θέτει έναν κοινό στόχο παρά την ύπαρξη εσωτερικών διαφοροποιήσεων· το 1998-2000 αυτός ο στόχος ήταν η απελευθέρωση και το δημοψήφισμα, κατόπιν το δίλημμα ανεξαρτησία ή αυτονομία δυσχέρανε την προβολή μιας συλλογικής επιδίωξης, ενώ μετά το 2006 αυτή τείνει να παγιώνεται ως η αξίωση για «αυτοδιάθεση» (εξωτερική ή εσωτερική). Συμπερασματικά, η αποτελεσματικότητά της «μεσιτείας» συνολικά για την περίοδο από το 1998 ως σήμερα κινείται στο μεσαίο προς υψηλό επίπεδο.

Συνοψίζοντας όσα είπαμε για τη λειτουργία των πέντε μηχανισμών κατά τη δεύτερη αυτή φάση του κινήματος αυτοδιάθεσης, η βασική παρατήρηση που προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση – και την οποία συζητούμε λίγο εκτενέστερα στη συνέχεια - είναι πως παρατηρείται εντατικοποίηση της λειτουργίας και αύξηση της αποτελεσματικότητας των τριών μηχανισμών που αφορούν περισσότερο άμεσα την πολιτική ενεργοποίηση, συμμετοχή και κινητοποίηση, δηλαδή των μηχανισμών της απόδοσης ευκαιριών/απειλών, της κοινωνικής ιδιοποίησης και της μεσιτείας. Ταυτόχρονα, οι μηχανισμοί που συνδέονται περισσότερο με τη διάσταση των ταυτίσεων και των αντιλήψεων, δηλαδή  αυτοί της ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων και της γεφύρωσης πλαισίων, παρέμειναν σε σχετικά υψηλά επίπεδα αποτελεσματικότητας, παρά τη μικρή κάμψη του τελευταίου μηχανισμού σε σχέση με την πρώτη φάση (που εξηγούμε αμέσως παρακάτω).
Μπορούμε να επισημάνουμε πως σε αυτή τη φάση μπορεί κανείς να διακρίνει τρεις υποπεριόδους της αποσχιστικής κινητοποίησης.
1.   Το διάστημα 1998-2000 («Άνοιξη των Παπούα») αποτελεί την πρώτη υποπερίοδο, η οποία μάλιστα αποτελεί ένα κατεξοχήν «συγκρουσιακό επεισόδιο» με βάση τον ορισμό του DOC και η οποία χαρακτηρίστηκε από κινηματική έξαρση, μαζική συμμετοχή και εθνικιστικό ενθουσιασμό. Σε αυτό το διάστημα τα διάφορα τμήματα των ελίτ έσπευσαν να εκμεταλλευτούν τη διάνοιξη των πολιτικών ευκαιριών και συμμάχησαν δημιουργώντας πρωτο-οργανωτικά σχήματα. Γρήγορα ακολούθησαν και σημαντικά στρώματα των γηγενών μαζών, τα οποία συμμετείχαν στις διάφορες διεργασίες του νεοπαγούς κινήματος αυτοδιάθεσης, το οποίο μέσα από συλλογικές διαδικασίες δημιούργησε το Presidium ως οργανωτικό του όχημα. Από την ανάλυση των μηχανισμών προκύπτει πως όλοι τους εκτός της «κοινωνικής ιδιοποίησης» ενεργοποιήθηκαν με ιδιαίτερη ένταση και έφτασαν σε υψηλά επίπεδα αποτελεσματικότητας σε αυτή την υποπερίοδο.
2.   Η δεύτερη υποπερίοδος  ήταν ένα διάστημα ταχείας ύφεσης της κινηματικής δραστηριότητας, η οποία πρωτίστως οφειλόταν στην επάνοδο της καταστολής· ένα δεύτερο στοιχείο που έκαμψε το σφρίγος και  την ενότητα του κινήματος ήταν οι διαιρέσεις που προκάλεσε στο εσωτερικό του η παραχώρηση αυτονομίας. Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων ήταν πως η σύνδεση ελίτ και μαζών υπονομεύθηκε πολλαπλώς:  οι οργανωτικοί και πολιτικοί δεσμοί μεταξύ ελίτ και «μαζών» (αλλά και στο εσωτερικό αυτών των ομάδων), που είχαν συγκροτηθεί κυρίως μέσα από τις δομές του Presidium, αποδυναμώθηκαν (λόγω της κατ’ ουσίαν εξάρθρωσης της οργάνωσης)· στο επίπεδο των ερμηνειών και της ιδεολογίας η συνάρθρωση που είχε επιτευχθεί (με αιχμή τη διεκδίκηση δημοψηφίσματος) εξασθένησε σημαντικά, τόσο στο εσωτερικό των ελίτ όσο και μεταξύ «μαζών» (που κατά πλειοψηφία αντιτάχθηκαν στην προοπτική της αυτονομίας) και ελίτ, σημαντικό τμήμα των οποίων υποστήριξε αρχικά την Ειδική Αυτονομία.  Σε αυτό το δεύτερο διάστημα, είδαμε πως ο μηχανισμός της «απόδοσης ευκαιριών» απενεργοποιήθηκε, ενώ μειώθηκε και η αποτελεσματικότητα τόσο της «μεσιτείας» όσο και της «γεφύρωσης πλαισίων».
3.   Η απόφαση για διαίρεση της περιφέρειας το 2003 αποτέλεσε το κομβικό σημείο για την αντιστροφή του κλίματος· η τρίτη υποπερίοδος που σηματοδότησε τη σταδιακή επανάκαμψη της διεκδικητικής δράσης – όχι στα επίπεδα της πρώτης υποπεριόδου όμως – ξεκίνησε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 2000. Είδαμε ότι περίπου από τότε άρχισαν να δημιουργούνται μια σειρά από οργανώσεις-ομπρέλες,  ώστε να επιτευχθεί καλύτερος συντονισμός της δράσης (κάτι που ενδεχομένως να επιχείρησε να αντισταθμίσει την έλλειψη - παρά τον οργανωσιακό πλουραλισμό - κάποιας οργάνωσης με εύρωστη εσωτερική δομή), αλλά και να διαμορφώνεται ένα κοινό πλαίσιο διεκδικήσεων (μετά την αποστασιοποίηση σημαντικής μερίδας της ελίτ από τη στήριξη της αυτονομίας και τη συνακόλουθη συνάρθρωση μιας σειράς κοινών αιτημάτων που παρέκαμπταν το – υποβόσκον - δίλημμα αυτονομία ή ανεξαρτησία). Όπως αναφέραμε, σε αυτή την τελευταία υποπερίοδο εντάθηκε η αποτελεσματικότητα τόσο της «μεσιτείας» όσο και της γεφύρωσης πλαισίων, όπως υποδεικνύουν οι προαναφερθείσες κύριες εξελίξεις σε αυτό το διάστημα, αλλά και επιπλέον διότι συμμετείχε σε κάποιες από τις διεργασίες του κινήματος και η ΟΡΜ, έχοντας αποδεχθεί πλέον (έστω πρόσκαιρα) το φαινομενικά παγιωμένο consensus μεταξύ των κινηματικών οργανώσεων, ελίτ και «μαζών» υπέρ του μη ένοπλου αγώνα. Ταυτόχρονα, η «συλλογική απόδοση ευκαιριών και απειλών» άρχισε να ενεργοποιείται ολοένα και πιο συχνά με διάφορες αφορμές, ενώ, όπως είδαμε, ενισχύθηκε και η αποτελεσματικότητα της «κοινωνικής ιδιοποίησης» στη βάση των νέων δικτύων, δεσμών και αλληλεπιδράσεων που σφυρηλατήθηκαν κατά το διάστημα 1998-2000.
Οι παραπάνω παρατηρήσεις υποδεικνύουν ότι η λειτουργία  των μηχανισμών συνάδει με την περιγραφή των βασικών εξελίξεων των τριών υποπεριόδων. Πιο συγκεκριμένα υποδεικνύουν έναν συσχετισμό και μια συνδιακύμανση μεταξύ της μαζικής, αποσχιστικής συλλογικής δράσης και της λειτουργίας αρκετών από τους μηχανισμούς που εξετάζουμε· όμως, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως ο συσχετισμός ή η συνδιακύμανση δεν υποδηλώνουν αναγκαστικά ύπαρξη μιας αιτιακής σχέσης, αν και είναι αναγκαίες προϋποθέσεις αυτής. Τη σύγκριση της λειτουργίας των πέντε μηχανισμών στην πρώτη και τη δεύτερη φάση του αποσχιστικού κινήματος την επιχειρούμε λίγο παρακάτω, στα συμπεράσματα του κεφαλαίου. Εδώ, επωφελούμενοι από τον εντοπισμό τριών κινηματικών υποπεριόδων σε αυτή τη φάση (κάτι που βοηθάει στην αναλυτική αποτύπωση της δυναμικής φύσης της κινητοποίησης), θα επιχειρήσουμε να αποτιμήσουμε την αποτελεσματικότητα των πέντε μηχανισμών σε καθεμιά από αυτές· έτσι, θα δημιουργήσουμε περισσότερες παρατηρήσεις (observations) της λειτουργίας των μηχανισμών, κάτι που διευκολύνει την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων από τη συγκριτική ανάλυση. Στον πίνακα που ακολουθεί παραθέτουμε την εκτίμησή μας – με βάση την ανάλυση που έχουμε κάνει για τη δεύτερη φάση του κινήματος αυτοδιάθεσης - για την αποτελεσματικότητα κάθε μηχανισμού σε καθεμιά από τις τρεις υποπεριόδους. Η διαφορά με την «μέτρηση» της 1ης φάσης, είναι πως για να αποτυπώσουμε τον ιδιαίτερα έντονο χαρακτήρα της συγκρουσιακής επίτασης  της 1ης υποπεριόδου, εισάγουμε μια τρίτη διαβάθμιση όσον αφορά την ένταση της κινητοποίησης.

Πίνακας 11. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ 2η ΦΑΣΗ
Υποπερίοδος
Ένταση συλλογικής κινητοποίησης
Βαθμός σύνδεσης ελίτ-μαζών
Μηχανισμοί
Συλλογική απόδοση ευκαιριών/απειλών
Γεφύρωση πλαισίων
Ενεργοποίηση/ Απενεργοποίηση ορίων
Κοινωνική ιδιοποίηση
Μεσιτεία
1998-2000
++
+
5
5
5
2
5
2001-2005
-
-
2
2
3
2
2
2006-
+
+
4
4
4
4
4
Ένταση κινητοποίησης και βαθμός σύνδεσης ελίτ-μαζών: (-) σχετικά χαμηλό επίπεδο      (+) σχετικά υψηλό επίπεδο                                                                                            (++) ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο
Επίπεδο αποτελεσματικότητας μηχανισμών:   (1) χαμηλό   (2) χαμηλό προς μεσαίο                 (3) μεσαίο     (4) μεσαίο προς υψηλό         (5) υψηλό


Με βάση την παραπάνω ανάλυση και τον πίνακα που τη συνοψίζει, κρίνουμε πως οι πέντε μηχανισμοί μπορούν να αποτιμήσουν ικανοποιητικά την ένταση και τα χαρακτηριστικά της αποσχιστικής κινητοποίησης και σε αυτή τη δεύτερη φάση του κινήματος των Παπούα. Θεωρούμε δηλαδή πως η αποτελεσματικότητα των πέντε μηχανισμών και ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται, εντός του συγκεκριμένου πολιτικού πλαισίου της δημοκρατικής μετάβασης, μπορούν να εξηγήσουν την ένταση της αποσχιστικής κινητοποίησης, μπορούν δηλαδή  να εξηγήσουν - με βάση τον υποδηλωτικό ορισμό που έχουμε δώσει για την κινητοποίηση – το πότε ελίτ και «μάζες» επιτυγχάνουν να συνδεθούν σε από κοινού διεκδικητική δράση.

Συγκριτική εξέταση των μηχανισμών στις δύο φάσεις και συμπεράσματα

Θα ξεκινήσουμε τη συγκριτική ανάλυση των μηχανισμών κινητοποίησης δημιουργώντας έναν πίνακα που συνοψίζει την αποτελεσματικότητά τους κατά την πρώτη και δεύτερη φάση του αποσχιστικού κινήματος. Χρησιμοποιούμε δύο κλίμακες «μέτρησης» της αποτελεσματικότητας, όμοιες με αυτές του προηγούμενου πίνακα: στην πρώτη κλίμακα η αποτελεσματικότητα αναπαρίσταται ως διχοτομημένη μεταβλητή («σχετικά χαμηλό επίπεδο» ή «σχετικά υψηλό επίπεδο») ενώ στη δεύτερη ως τακτική (ordinal) μεταβλητή («χαμηλό επίπεδο» [1], «χαμηλό προς μεσαίο επίπεδο» [2], κοκ), κάτι που επιτρέπει - έστω ενδεικτικά - την εξειδίκευση του βαθμού αποτελεσματικότητας. Οι διάφορες «τιμές» που δίδουμε στις μεταβλητές βασίζονται φυσικά στην ανάλυση που έχουμε κάνει για κάθε μηχανισμό ξεχωριστά. Οι τιμές των μηχανισμών κατά τη δεύτερη φάση είναι ο μέσος όρος των τριών υποπεριόδων (βλέπε πίνακα 11) στρογγυλοποιημένος.

Πίνακας 12. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΧΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Φάση
Ένταση συλλογικής κινητοποίησης
Βαθμός σύνδεσης ελίτ-μαζών
Μηχανισμοί
Συλλογική απόδοση ευκαιριών/απειλών
Γεφύρωση πλαισίων
Ενεργοποίηση/ Απενεργοποίηση ορίων
Κοινωνική ιδιοποίηση
Μεσιτεία
Πρώτη (1965-1998)
-
-
-
(1)
+
(5)
+
(4)
-
(1)
-
(2)
Δεύτερη (1998- )
        +   
+
+
(4)
+
(4)
+
(4)
+
(3)
+
(4)
(-) σχετικά χαμηλό επίπεδο       (+) σχετικά υψηλό επίπεδο
(1) χαμηλό επίπεδο      (2) χαμηλό προς μεσαίο επίπεδο           (3) μεσαίο επίπεδο        (4) μεσαίο προς υψηλό επίπεδο (5) υψηλό επίπεδο

Πριν συζητήσουμε την αποτελεσματικότητα των πέντε μηχανισμών στις δύο φάσεις του αποσχιστικού κινήματος όπως τη συνοψίζει ο πίνακας, θα κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις σχετικές με το ερευνητικό πλαίσιο και τα ερωτήματα της εργασίας.
-       Καταρχήν, θα εξηγήσουμε γιατί στον πίνακα παρουσιάζεται εκτός των μηχανισμών τόσο η ένταση της συλλογικής κινητοποίησης όσο και ο βαθμός σύνδεσης ελίτ και «μαζών. Το πρωταρχικό ερευνητικό ζητούμενο της εργασίας  είναι να εξηγήσουμε το πώς και – μέσω αυτού – το γιατί εκδηλώνεται η συλλογική αποσχιστική κινητοποίηση. Αυτή υπέχει θέση εξαρτημένης μεταβλητής. Όμως, προσδιορίζοντας περαιτέρω την έννοια της συλλογικής κινητοποίησης, η οποία είναι αρκετά αφηρημένη, προχωρήσαμε στον υποδηλωτικό ορισμό της ως διαδικασίας με την οποία ελίτ και «μάζες» συνδέονται σε από κοινού δράση· σε αυτόν ακριβώς τον ορισμό παραπέμπει η μεταβλητή του πίνακα «βαθμός σύνδεσης ελίτ και μαζών», η οποία – λόγω του παραπάνω ορισμού – ισοδυναμεί με την «ένταση της συλλογικής κινητοποίησης». Περιλαμβάνουμε και τις δύο μεταβλητές, ουσιαστικά για να ελέγξουμε αν ο υποδηλωτικός ορισμός που έχουμε δώσει έχει βάση και μετά την εμπειρική ανάλυση της περίπτωσης των Παπούα, από την οποία μάλιστα έχουν προκύψει δύο «παρατηρήσεις» σχετικά με την αποσχιστική κινητοποίηση. Την «ένταση της συλλογικής κινητοποίησης» τη «μετρήσαμε» με βάση τις βιβλιογραφικές και πρωτογενείς αναφορές σχετικά με τον όγκο της συλλογικής δράσης (βλέπε «δράσεις και ρεπερτόρια»). Ο «βαθμός σύνδεσης» προκύπτει από τις τιμές που έχουμε δώσει στους πέντε μηχανισμούς. Άρα, με βάση διαφορετικές «μετρήσεις» καταλήγουμε στα ίδια συμπεράσματα, κάτι που μας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε πως πράγματι η «σύνδεση ελίτ και μαζών σε από κοινού δράση» αποτελεί επιτυχή υποδηλωτικό ορισμό της «συλλογικής κινητοποίησης».
-       Κάποιες πιθανές εύλογες ενστάσεις αφορούν το κατά πόσον είναι επιστημονικά δόκιμη α) η σύγκριση της λειτουργίας των μηχανισμών σε δύο «περιπτώσεις» με αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά και, κυρίως, β) η εξαγωγή συμπερασμάτων εξ αυτής. Μια πρώτη ένσταση που μπορεί να εγερθεί αφορά το ζήτημα της βίας: το αποσχιστικό κίνημα της Δ. Παπούα κατά την πρώτη φάση του ήταν ένοπλο, ενώ κατά τη δεύτερη έχει χαρακτηριστικά κινήματος διαμαρτυρίας· προφανώς μιλάμε για μορφές κινητοποίησης με δεδομένες διαφορές. Το πόσο σημαντικές είναι αυτές οι διαφορές, δηλαδή το πόσο σημαντική είναι η αυτόνομη επίδραση της βίας  - και πιο συγκεκριμένα της «εθνοτικής» - στον χαρακτήρα της συλλογικής κινητοποίησης φαίνεται πως είναι επιστημονικά διαμφισβητούμενο. Σύμφωνα με μία άποψη, όπως την εκφράζουν οι Brubaker και Laitin (1998, σ.426), η «εθνοτική» βία έχει τη δική της δυναμική και η εκδήλωσή της θα πρέπει να προβληματοποιείται. Αυτό συνδέεται, συμπληρώνουν οι Brubaker και Laitin, με το ότι η βία δεν αποτελεί (απλώς) μια εντονότερη μορφή σύγκρουσης αλλά μια ποιοτικά διαφορετική μορφή σύγκρουσης. Η άποψη αυτή θέτει κάποια καίρια ερωτήματα, όμως θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως οι Brubaker και Laitin στο άρθρο τους (1998) αναφέρονται βασικά σε «οριζόντια», μαζική βία μεταξύ μελών εθνοτικών ομάδων· στη Δ. Παπούα είδαμε πως τέτοιου τύπου βία εκδηλώθηκε μόνο σε λίγες περιπτώσεις (σε αντίθεση με άλλες περιοχές της χώρας) κατά τα πρώτα χρόνια της μετά Σουχάρτο περιόδου. Κατά τα άλλα, η βία της ΟΡΜ είχε τα χαρακτηριστικά στοχευμένων, επιλεκτικών επιθέσεων μιας ένοπλης οργάνωσης· οι στόχοι ή τα θύματά της επιλέγονταν μεν με εθνοτικά ή «εθνικά» κριτήρια, όμως στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων επρόκειτο για μέλη των ενόπλων δυνάμεων ή υπαλλήλους της Freeport. Έχοντας κατά νουν αυτή την παρατήρηση, ακολουθούμε μια δεύτερη άποψη σχετικά με τη σχέση βίαιης και μη βίαιης κινητοποίησης, κατά την οποία  οι υπαρκτές διαφορές βίαιων και μη βίαιων μορφών κινητοποίησης δε θα πρέπει να υπερτονίζονται: η έννοια της «συγκρουσιακής πολιτικής» περιλαμβάνει και τις δύο αυτές μορφές κινητοποίησης, οι οποίες διέπονται από παρόμοιες αιτιολογίες, διεργασίες και μηχανισμούς (Saxton, 2004, σ.26, 30). Ο Tilly (2003α, σ.12-13, 53) επισημαίνει σχετικά πως υπάρχει μια «γκρίζα ζώνη» μεταξύ των δύο φαινομένων και πως η εκδήλωση ή μη της βίας οφείλεται σε «απρόβλεπτους συνδυασμούς ήσσονων αιτιών» στα πλαίσια κατά τα άλλα κοινών διαδικασιών. Συναφώς, ο Beissinger (1998, σ.402) επισημαίνει πως η βία σε περιπτώσεις εθνικιστικής κινητοποίησης προκύπτει ενδεχομενικά μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων, τα οποία εξαρτώνται από τις αλληλεπιδράσεις των δρώντων και το θεσμικό περιβάλλον.
Εξετάζοντας μια επιμέρους διάσταση του ζητήματος που συζητάμε εδώ, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως εκ των πραγμάτων τα ένοπλα κινήματα δεν μπορούν να διαθέτουν μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων στις δράσεις τους, σε αντίθεση με τα ειρηνικά κινήματα διαμαρτυρίας, οπότε ο συλλογικός χαρακτήρας της κινητοποίησης και η έννοια των «μαζών» έχει διαφορετική σημασία. Αυτό φαίνεται να ισχύει για τον αριθμό μαχητών των ένοπλων οργανώσεων, ο οποίος κατά τον Gates (2002, σ.112) κυμαίνεται κατά κανόνα μεταξύ 500 και 5.000. Πάντως, υπήρχαν την περίοδο της ένοπλης δράσης της ΟΡΜ και ορισμένες ένοπλες αποσχιστικές οργανώσεις, των οποίων ο αριθμός των μαχητών έφτασε κάποια στιγμή τις κάποιες δεκάδες χιλιάδες, όπως το ΡΚΚ, το MNLF στις Φιλιππίνες, τα TPLF και EPLF στην Αιθιοπία, και πιο πρόσφατα οι διάφορες ομάδες των Τσετσένων.  Ακόμα, όμως, και αν είναι ασυνήθιστες αυτές τις περιπτώσεις, το GAM στο Ατσέχ, αν και είχε σχετικά μικρό αριθμό μαχητών (ως 3.000), διέθετε πολλαπλάσιους (ως και άνω των 20.000) που συμμετείχαν εφεδρικά και βοηθητικά στις δραστηριότητες της οργάνωσης. Η ΟΡΜ είδαμε πως δεν κατάφερε σε σημαντικό βαθμό να συγκροτήσει τέτοιες υποστηρικτικές οργανωτικές δομές και να συνδεθεί έστω χαλαρά με μια οργανωτική βάση εφέδρων, μυστικών πυρήνων κλπ. Συμπερασματικά, αν και είναι δυσκολότερο για τις ένοπλες οργανώσεις να προσελκύσουν και να συντονίσουν μεγάλους αριθμούς μαχητών, υπάρχουν και άλλες δυνατότητες οργανωτικής και πολιτικής σύνδεσης με ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού (δε μιλάμε εδώ για ανενεργούς υποστηρικτές)· άρα, αν και πρέπει να λάβουμε υπόψη τις δεδομένες δυσκολίες που έχουν οι ένοπλες οργανώσεις και δη οι αδύναμες όπως η ΟΡΜ, δεν μπορούμε a priori  να αποκλείσουμε τη δυνατότητα σύγκρισης στη βάση της έλλειψης μαζικότητας.
Περισσότερο βάσιμη είναι η ένσταση πως η σύγκριση δυσχεραίνεται από τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του ινδονησιακού καθεστώτος μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάσης. Είδαμε πως ο τύπος καθεστώτος προσδιορίζει τη δομή πολιτικών ευκαιριών, η οποία με τη σειρά της καθορίζει ποιες συλλογικές δράσεις και τι είδους ρεπερτόρια είναι ανεκτά και ποια όχι. Το καθεστώς της Νέας Τάξης είδαμε πως άφηνε ελάχιστα περιθώρια για συλλογική δράση, ενώ οι κυβερνήσεις κατά την περίοδο της δημοκρατικής μετάβασης σαφώς περισσότερα. Αυτό όντως αποτελεί μια κρίσιμη παράμετρο (και) για τη μορφή κινητοποίησης που υιοθέτησε το κίνημα αυτοδιάθεσης μετά το 1998, και αποτελεί ένδειξη πως οι διαφορές μεταξύ της προ και της μετά το 1998 περιόδου οριοθετούν διαφορετικούς τύπους καθεστώτων. Με άλλα λόγια, δεν είναι εύκολο να απομονωθεί («ελεγχθεί») η επίδραση του είδους καθεστώτος στη μορφή της συλλογικής δράσης αλλά και στην ίδια την ενεργοποίηση των  μηχανισμών κινητοποίησης. Η παραπάνω παρατήρηση, πάντως, δεν συνεπάγεται πως δεν μπορούμε να συγκρίνουμε το είδος και την ένταση της επίδρασης που έχουν τα δύο διαφορετικών τύπων καθεστώτα στους μηχανισμούς που έχουμε επιλέξει, την ενεργοποίηση ή μη ενεργοποίηση ποιων εξ αυτών επηρεάζουν περισσότερο κλπ. Επιπλέον, μπορούμε να υπενθυμίσουμε πως, αν και το ινδονησιακό καθεστώς μετά το 1998 εισήλθε σε διαδικασία εκδημοκρατισμού, αυτή η διαδικασία φυσικά δεν ήταν αυτόματη ή χωρίς παλινδρομήσεις (αν και φαίνεται ότι ήταν ταχύτερη από άλλων χωρών)· ειδικά σε σχέση με το αποσχιστικό κίνημα της Δ. Παπούα (και του Ατσέχ ως ένα σημείο) η καταστολή δεν ελαττώθηκε στο επίπεδο που αυτό συνέβη στην υπόλοιπη χώρα, καθώς η κληρονομιά της «σιδηράς γροθιάς» σε ζητήματα εδαφικής ακεραιότητας έχει ακόμα ισχυρά ερείσματα στην κοσμική, εθνικιστική κρατική ελίτ και λόγω του ότι ο στρατός διατήρησε σε αυτές τις περιοχές τμήμα της αυτονομίας που απολάμβανε επί Νέας Τάξης. Το ειρηνικό κίνημα αυτοδιάθεσης έχει ως σήμερα να αντιμετωπίσει τακτικές καταστολής και εκφοβισμού από τις τακτικές δυνάμεις ασφαλείας· απ’ την άλλη η  - έστω συγκρατημένη – διεύρυνση των ανεκτών πολιτικών δραστηριοτήτων σηματοδότησε αναμφίβολα μια ποιοτική αλλαγή καθοριστική για την εκδήλωση του μαζικού κινήματος.
Μπορούμε τώρα, με βάση τα όσα συνοψίζει ο πίνακας 12 και έχοντας κατά νουν τις παραπάνω παρατηρήσεις, να αποπειραθούμε τη διατύπωση κάποιων συμπερασμάτων για τη λειτουργία των μηχανισμών στις δύο φάσεις του αποσχιστικού κινήματος. Καταρχήν, εφαρμόζοντας τη λογική της μεθόδου της διαφοράς του Mill και με βάση τη διχοτομημένη μεταβλητή («σχετικά χαμηλό» ή «σχετικά υψηλό» επίπεδο αποτελεσματικότητας) είναι προφανές ότι οι μηχανισμοί της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών/απειλών και της μεσιτείας φαίνεται να είναι καθοριστικοί για την εκδήλωση εντατικής συλλογικής δράσης: ενώ η αποτελεσματικότητα της «γεφύρωσης πλαισίων» και της «ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων» παρέμεινε στα σχεδόν ίδια (υψηλά) επίπεδα, αυτή της «συλλογικής απόδοσης» και της «μεσιτείας» μεταβλήθηκε από χαμηλή σε υψηλή, ακολουθώντας την διακύμανση της έντασης της συλλογικής δράσης. Συνδιακύμανση παρατηρείται και στην περίπτωση του μηχανισμού της κοινωνικής ιδιοποίησης, όμως η αποτελεσματικότητά του δε φτάνει σε υψηλά επίπεδα, οπότε  μπορεί να θεωρηθεί κατά τι λιγότερο σημαντικός από τους άλλους δύο. Μια στενή, συσχετιστική κατανόηση της αιτιότητας θα πρέσβευε πως η «ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων» και η «γεφύρωση πλαισίων» δεν έχουν σημασία για την εξήγηση της εκδήλωσης συλλογικής κινητοποίησης στη Δ. Παπούα. Όμως, δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε αυτή την οπτική: Απ’ τη μία, η συγκεκριμένη λειτουργία των μηχανισμών υποδεικνύει το αυτονόητο, ότι δηλαδή η οικοδόμηση μιας ισχυρής παν-Παπούα ταυτότητας («ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων») και η συνάρθρωση εμπειριών και συμφερόντων, παραπόνων και στοχεύσεων («γεφύρωση πλαισίων») δεν αρκούσε (όπως δεν αρκεί ποτέ) για την εκδήλωση διεκδικητικής δράσης. Τούτων λεχθέντων, θεωρούμε  πως η αποτελεσματική λειτουργία των δύο αυτών μηχανισμών αποτέλεσε αναγκαία συνθήκη για την ενεργοποίηση των άλλων μηχανισμών, δηλαδή για μια περισσότερο οργανωτική-πολιτική σύνδεση ελίτ και μαζών. Χωρίς μια ισχυρή ταυτότητα, χωρίς τη συνειδητοποίηση από την πλευρά των γηγενών ότι η δυσαρέσκειά τους έχει κοινή αιτιολογία, χωρίς την πλειοψηφική στοίχιση πίσω από έναν κοινό στόχο (αυτόν της merdeka, όσο διαφορετικά και αν αυτός εννοιολογούνταν), θα ήταν δύσκολη η αποτελεσματική πολιτική/κινηματική σύνδεση διαφόρων δρώντων («μεσιτεία»), καθώς δεν θα υπήρχε το απαραίτητο αντιληπτικό και ταυτοτικό υπόστρωμα που θα καθιστούσε διανοητή και πραγματοποιήσιμη αυτή τη σύνδεση. Για τον ίδιο λόγο, ακόμα και αν η «συλλογική ιδιοποίηση» ενεργοποιούνταν, το υποκείμενο της κινητοποίησης μπορεί να ήταν διαφορετικό, π.χ. η κάθε φυλή ξεχωριστά ή οι «ορεινές» φυλές, και όχι οι «Παπούα». Απ’ την άλλη, είδαμε ότι στη δεύτερη φάση του αποσχιστικού κινήματος η αποτελεσματικότητα των δύο μηχανισμών που συζητούμε εδώ, της «γεφύρωσης πλαισίων» και της «ενεργοποίησης/απενεργοποίησης ορίων» δεν παρέμεινε σε σταθερά επίπεδα, αλλά ελαττώθηκε κατά τη δεύτερη υποπερίοδο, συμβάλλοντας έτσι στην κινηματική ύφεση (βλέπε πίνακα 12)· άρα, έχουμε ενδείξεις ότι και αυτοί οι δύο μηχανισμοί συνδέθηκαν αιτιακά με τις αυξομειώσεις της έντασης της κινητοποίησης, αποτελώντας μαζί με άλλους μηχανισμούς από κοινού ικανές συνθήκες της κινηματικής επίτασης κατά την τρίτη υποπερίοδο της δεύτερης φάσης.
Πριν προχωρήσουμε με τις υπόλοιπες παρατηρήσεις μας, ίσως πρέπει να ερμηνεύσουμε το ότι η αποτελεσματικότητα της «γεφύρωσης πλαισίων» είναι η μοναδική που μειώνεται οριακά κατά τη δεύτερη φάση. Κατά την περίοδο της Νέας Τάξης η λειτουργία του μηχανισμού δεν ήταν έντονη, όπως είπαμε, για διάφορους λόγους: επειδή τα παράπονα και οι στόχοι των γηγενών δεν μπορούσαν να αρθρωθούν δημόσια, όπως και επειδή η πρόσβαση σε μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας ήταν ιδιαίτερα χαμηλή. Η λειτουργία του ήταν αφανής και σταδιακή, εντεινόταν μέσα από την εμπειρία της ινδονησιακής κυριαρχίας, η οποία, αν και είχε διαφορετικής μορφής και έντασης συνέπειες (π.χ. λιγότερο σοβαρές για τους πληθυσμούς των πόλεων, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο εκτεθειμένοι στη δράση του στρατού με τις κοινότητες των ορεινών), γινόταν αισθητή από όλους τους γηγενείς. Σε αυτό το πλαίσιο η επιθυμία για «απελευθέρωση» ήταν η μοναδική διέξοδος και ελπίδα για την πλειοψηφία των Παπούα. Η δημοκρατική μετάβαση  επέτρεψε απ’ τη μία μια περισσότερο ελεύθερη και δημόσια άρθρωση των γηγενών παραπόνων και επιδιώξεων, διευκολύνοντας έτσι την ταχύτερη και πιο ορατή «γεφύρωσή» τους· απ’ την άλλη, όμως, η συγκρότηση πολλαπλών πολιτικών δρώντων είχε και μια άλλη συνέπεια, που ήταν η δημόσια άρθρωση των επιμέρους διαφοροποιήσεων. Το ζήτημα της αυτονομίας, όπως είδαμε, προκάλεσε τις εντονότερες διχογνωμίες, οι οποίες ανάγονταν εν τέλει και στο βασικό δίλημμα μεταξύ ανεξαρτησίας και πολιτικής ενδυνάμωσης εντός του ινδονησιακού πλαισίου. Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης και η εντεινόμενη πολιτικοποίηση γέννησε αναπόφευκτα και αποκλίνουσες ερμηνείες και επιδιώξεις. Πάντως, όπως είδαμε, αυτές δεν υπονόμευσαν αποφασιστικά το ενιαίο πλαίσιο παραπόνων και διεκδικήσεων του κινήματος αυτοδιάθεσης, παρά για ένα ορισμένο διάστημα (τη δεύτερη υποπερίοδο της δεύτερης φάσης).
Ως προς την «ενεργοποίηση/απενεργοποίηση ορίων», κρίνουμε ικανοποιητική την αποτελεσματικότητά της (μεσαίο  προς υψηλό επίπεδο), δεν τη θεωρούμε όμως την υψηλότερη δυνατή. Κατά την πρώτη φάση, η αποτελεσματικότητά της ήταν αργά αλλά σταθερά εντεινόμενη (όπως της «γεφύρωσης πλαισίων»). Κύρια δυσχέρεια που έπρεπε να υπερνικήσει ήταν οι παραδοσιακές ταυτίσεις προς τις φυλές, κάτι που επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό  - αλλά όχι ολοσχερώς - μέσα από την κοινωνική κατασκευή μιας αντι-ινδονησιακής και φυλετικής (racial) παν-Παπούα ταυτότητας. Κατά τη δεύτερη φάση, η λειτουργία της δεν ήταν τόσο ομαλή και μονοσήμαντη (βλέπε  και πίνακα 1), καθώς η αυξημένη πυκνότητα και το περιεχόμενο των πολιτικών εξελίξεων είχαν αντίρροπες επιδράσεις στην λειτουργία του μηχανισμού: απ’ τη μία, η ίδια η ορμητικότητα και μαζικότητα της κινητοποίησης κατά την πρώτη υποπερίοδο, όπως και η πρόσκαιρη όξυνση των σχέσεων γηγενών – μεταναστών, οδήγησαν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού, όμως, απ’ την άλλη, οι πολιτικές διαφορές αναφορικά με το ζήτημα της αυτονομίας και οι τοπικές αντιμαχίες που πυροδότησε σε ορισμένες περιπτώσεις (μέσω της διαίρεσης της περιφέρειας και πολλών επαρχιών) την αποδυνάμωσαν. Το συνδυαστικό αποτέλεσμα ήταν ο συνολικός βαθμός αποτελεσματικότητάς της να παραμείνει σε ίδια επίπεδα με αυτά της πρώτης φάσης.
Περνώντας στους τρεις μηχανισμούς που έδειξαν να έχουν εντονότερη άμεση επίδραση στην αποτελεσματικότερη σύνδεση ελίτ και μαζών, θα ξεκινήσουμε με την παρατήρηση των McAdam, Tarrow και Tilly (2008, σ.325), ότι οι μηχανισμοί της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών/απειλών και της κοινωνικής ιδιοποίησης αποτελούν «κλειδιά» για την εκκίνηση της διαδικασίας της κινητοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, αποτελούν δύο θεμελιώδεις αναγκαίες συνθήκες για την εκκίνηση της διεκδικητικής δράσης, οι οποίες είναι: η ανάδυση μιας κοινής, διάχυτης σε μια ομάδα, κατανόησης για το τι συνιστά ευκαιρία ή/και απειλή για συλλογική δράση, και ο έλεγχος μιας «κοινωνικής/οργανωτικής βάσης» (ή αλλιώς «πόρων και αριθμών»). Ως προς τη «συλλογική απόδοση ευκαιριών», οι παρατηρήσεις τους επιβεβαιώνονται στο ακέραιο στην περίπτωση του κινήματος των Παπούα· κατά την πρώτη φάση, ο συμπαγής έλεγχος του καθεστώτος της Νέας Τάξης στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο μέσα από ένα πλέγμα καταστολής, πελατειακών σχέσεων και ταχείας ανάπτυξης δεν άφηνε παρά ελάχιστα περιθώρια για αυτόνομη πολιτική δράση, πόσω μάλλον για διεκδικητική και συλλογική, όχι μόνο στο αποσχιστικό κίνημα των Παπούα αλλά και συνολικά στη χώρα. Η μόνη διέξοδος για το εθνικιστικό κίνημα στη Δ. Παπούα ήταν ο ανταρτοπόλεμος, αν και οι δυνάμεις ασφαλείας δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα να διατηρήσουν σε χαμηλά επίπεδα τη δραστηριότητά του. Η κατάρρευση του καθεστώτος δημιούργησε σχεδόν αυθόρμητα, όπως διεξοδικά έχουμε αναλύσει, μια πλατιά διυποκειμενική αντίληψη περί πολιτικής ευκαιρίας απ’ άκρου σ’ άκρο της Ινδονησίας.  Φυσικά η Δ. Παπούα δεν εξαιρέθηκε από αυτή τη διεργασία και η απότομη, συλλογική (όχι μόνο από τις ελίτ δηλαδή) και πολύ αποτελεσματική ενεργοποίηση της «συλλογικής απόδοσης ευκαιρίας» συνετέλεσε ίσως όσο κανείς άλλος μηχανισμός στο διεκδικητικό ξέσπασμα της πρώτης υποπεριόδου της δεύτερης φάσης (βλέπε πίνακα 12). Ο μηχανισμός αυτός φαίνεται ότι σχετίζεται περισσότερο άμεσα από κάθε άλλον με τις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα και τη δομή πολιτικών ευκαιριών· αυτό φάνηκε όχι μόνο κατά την περίοδο της καθεστωτικής μεταβολής αλλά και κατά την επιστροφή της καταστολής στη Δ. Παπούα, που προκάλεσε απότομη απενεργοποίηση του μηχανισμού (ή την ενεργοποίηση της «απόδοση απειλής», χωρίς όμως να πυροδοτηθεί κινηματική αντίδραση) αλλά και την  - χαμηλότερης αποτελεσματικότητας από την πρώτη υποπερίοδο – επαν-ενεργοποίησή του μετά α) την αποχώρηση από την προεδρία της Sukarnoputri (2004), η οποία εφάρμοσε τη σκληρότερη πολιτική έναντι του κινήματος της Δ. Παπούα από κάθε άλλον  πρόεδρο της περιόδου εκδημοκρατισμού, και β) την υπογραφή της συμφωνία ειρήνης στο Ατσέχ (2005), εξέλιξη που πιθανότατα δημιούργησε κάποιες προσδοκίες στο κίνημα αυτοδιάθεσης της Δ. Παπούα.
Ως προς τον δεύτερο μηχανισμό που αναφέρουν οι McAdam, Tarrow και Tilly, πάντως, αυτόν της «κοινωνικής ιδιοποίησης», η λειτουργία του στη Δ. Παπούα δεν επικυρώνει την  υπόθεσή τους· το παράδοξο είναι ότι επιβεβαιώνεται το αποτέλεσμα της ενεργοποίησης του μηχανισμού, δηλαδή η συγκρότηση μιας κοινωνικής/οργανωτικής βάσης. Όπως έχουμε εξηγήσει, κατά το πρώτο διάστημα της δεύτερης φάσης αυτό επιτεύχθηκε μέσα από τις ασυνήθιστες συνθήκες της καθεστωτικής αλλαγής που επέτρεψαν την πολιτική ενεργοποίηση μεγάλων τμημάτων των γηγενών· η ενεργοποίηση αυτή ήταν αποτέλεσμα περισσότερο της λειτουργίας της «απόδοσης ευκαιρίας» - με την οποία, πάντως, έχουμε πει ότι σχετίζεται η δεύτερη «πολιτικο-ιδεολογική» διάσταση της «κοινωνικής ιδιοποίησης» -  που ώθησε πολλούς σε αυθόρμητη πολιτική συμμετοχή, και σε έναν βαθμό των υφιστάμενων ανεπίσημων δικτύων. Όμως, δεν προκύπτει κάποια σημαντική ιδιοποίηση ενός πολιτικού χώρου ή μιας οργάνωσης, καθότι αυτά ήταν σχεδόν ανύπαρκτα ή εξαιρετικά αδύναμα και φτωχά σε κάθε λογής πόρους (εδώ αναφερόμαστε στην ΟΡΜ) κατά την προηγούμενη περίοδο της Νέας Τάξης. Ο μηχανισμός της «κοινωνικής ιδιοποίησης» ενεργοποιήθηκε, πάντως, κατά τη δεύτερη φάση, αλλά κλιμακωτά και χωρίς να επηρεάζεται από τις αλλαγές στην πολιτική συγκυρία (βλέπε πίνακα 12). Ενώ δεν αποτέλεσε σημαντική αιτία του διεκδικητικού ξεσπάσματος των ετών 1998-2000, ήταν παράγωγο αυτής, καθώς σε αυτή τη βραχεία περίοδο δημιουργήθηκαν πολιτικοί και κοινωνικοί δεσμοί και δίκτυα, τα οποία ιδιοποιήθηκαν εν συνεχεία οι νέες οργανώσεις που ξεπήδησαν μετά την αποδυνάμωση του Presidium. Η εμπλοκή εκκλησιαστικών οργανώσεων σε διεργασίες του αποσχιστικού κινήματος και οι οργανώσεις-ομπρέλες που δημιουργήθηκαν κατά την τρίτη, κυρίως, υποπερίοδο αποτελούν δείγμα αυτής της εντεινόμενης αποτελεσματικότητας της «κοινωνικής ιδιοποίησης».
Τελευταίον εξετάζουμε τον μηχανισμό της μεσιτείας· κατά την πρώτη φάση του κινήματος η λειτουργία του ήταν εξαιρετικά ασθενική, λόγω κυρίως της αδυναμίας της ΟΡΜ να μετασχηματίσει την ευρύτερη απήχηση και νομιμοποίηση, που απολάμβανε, σε πολιτική συμμαχία και οργανωτική σύνδεση με μια κρίσιμη μάζα του πληθυσμού. Ένας επιπλέον λόγος ήταν η «ιδιώτευση» της πρώιμης γηγενούς ελίτ λίγο μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο ινδονησιακό κράτος· αυτή η εξέλιξη στέρησε από το αποσχιστικό κίνημα τη συνδρομή ενός ολιγάριθμου μεν, αλλά του πλέον πολιτικοποιημένου και μυημένου στην εθνικιστική ιδεολογία γηγενούς στρώματος. Επιπλέον, κατέστησε δυσχερή την «ιδιοποίηση» του πρώιμου εθνικιστικού κινήματος. Ο μηχανισμός της μεσιτείας ήταν περισσότερο αποτελεσματικός στο ιδεολογικό επίπεδο, δηλαδή εν πολλοίς στη γεφύρωση πλαισίων, την επισήμανση του ορίου γηγενείς-«Ινδονήσιοι» και τη σταδιακή εξασθένηση των εσωτερικών διαιρετικών τομών. Το αυταρχικό πολιτικό περιβάλλον  ήταν , αυτονόητα, ένας παράγοντας που επέτεινε – αν δεν προσδιόρισε σε μεγάλο βαθμό – τις παραπάνω αδυναμίες. Η σημασία του πολιτικού περιβάλλοντος για τη λειτουργία της «μεσιτείας» φάνηκε και κατά την αρχική περίοδο της δημοκρατικής μετάβασης: η διάνοιξη των πολιτικών ευκαιριών και η συνακόλουθη μαζικοποίηση του κινήματος αυτοδιάθεσης δημιούργησε ένα ιδανικό πολιτικό περιβάλλον για την ανάπτυξη νέων συνδέσεων, συνεργασιών και συμπράξεων μεταξύ των παλαιότερων και των – πολυπληθέστερων – νεότερων πολιτικών δρώντων που αναδύθηκαν. Ο μηχανισμός αρχικά αναδύθηκε στους κόλπους των γηγενών ελίτ, όμως γρήγορα επεκτάθηκε και στο επίπεδο των «μαζών» μέσα από τις συλλογικές διαδικασίες του νεοπαγούς κινήματος και τις δομές του Presidium. Εκτός από αυτή την οργάνωση, σημαντικοί «συλλογικοί μεσίτες» υπήρξαν οι εκκλησιαστικές οργανώσεις και οι οργανώσεις-ομπρέλες, στη σημαντικότερη από τις οποίες συμμετέχει και η ΟΡΜ μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η αύξηση της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού της μεσιτείας αναμφίβολα επηρέασε θετικά σε μεγάλο βαθμό την εντατικοποίηση και τη μαζικότητα της συλλογικής δράσης κατά τη δεύτερη φάση συνολικά· η σημασία του μηχανισμού επιβεβαιώθηκε κατά τη  δεύτερη υποπερίοδο, αυτήν της κινηματικής ύφεσης, όταν εξαιτίας της παραχώρησης αυτονομίας αλλά και της αύξησης της καταστολής αποδυναμώθηκαν οι πολιτικές συμμαχίες της πρώτης υποπεριόδου. Το περιεχόμενο του μηχανισμού  κατά την τρίτη υποπερίοδο, όταν ενισχύθηκε εκ νέου, διαφέρει από αυτό της πρώτης, κυρίως γιατί πλέον πρόκειται για μια περισσότερο συνειδητή συμμαχία διαμορφωμένων διακριτών πολιτικών τάσεων παρά για τη συνάντηση ορμητικών ρευμάτων σε μια κοινή κοίτη.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως η υψηλή αποτελεσματικότητα των πέντε μηχανισμών κατά τη δεύτερη φάση  εξηγεί ικανοποιητικά την επίταση και μαζικοποίηση της αποσχιστικής δράσης, αν και όχι αυτή καθ’ αυτή την εκδήλωσή της· αυτή υφίσταται και στις δύο περιόδους. Οι μηχανισμοί της συλλογικής απόδοσης ευκαιριών και της μεσιτείας είχαν σημαντικότερη επίδραση ως προς την αρχική ενίσχυση, την εκκίνηση της κινητοποίησης, και αυτό γιατί προκάλεσαν την πολιτική ενεργοποίηση μεγάλων τμημάτων του γηγενούς πληθυσμού προς την κατεύθυνση της διεκδικητικής δράσης, επιτρέποντας έτσι τη σύναψη νέων πολιτικών δεσμών και την ανάδυση νέων, πλατιών πολιτικών υποκειμένων. Η χαμηλή αποτελεσματικότητά τους κατά την πρώτη φάση του κινήματος εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί αυτό δεν κατέστη μαζικό και πολιτικά ισχυρό. Υπενθυμίζουμε πως δεν εννοούμε  την «αποτελεσματικότητα» της κινητοποίησης ως την επίτευξη πολιτικών στόχων, αλλά ως την επιτυχή σύνδεση σημαντικών στρωμάτων του πληθυσμού σε κοινή διεκδικητική δράση, ως επιτυχή σύνδεση δηλαδή των ελίτ και ηγεσιών με μια κοινωνική βάση («μάζες»). Γενικότερα, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η συνδιακύμανση μεταξύ βαθμού σύνδεσης ελίτ-μαζών (όπως αυτός διαμορφώνεται από τη λειτουργία των 5 μηχανισμών) απ’ τη μία, και έντασης της κινητοποίησης απ’ την άλλη, επιτρέπει να θεωρήσουμε κατ’ αρχήν βάσιμη την μελέτη της κινητοποίησης ως σύνδεση ελίτ-μαζών.
Αν θέλουμε να υποδείξουμε ποιος εξωγενής παράγοντας είχε τη σημαντικότερη επίδραση στην εντονότερη ενεργοποίηση και αποτελεσματικότερη λειτουργία των μηχανισμών κατά τη δεύτερη φάση - καθότι έχουμε πει πως οι μηχανισμοί δεν λειτουργούν αυτόνομα, αλλά η ενεργοποίησή τους προκύπτει μέσα από αλλαγές στο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον - ο παράγοντας αυτός θα ήταν η καθεστωτική μεταβολή στην Ινδονησία, η σημαντική αλλαγή στη δομή πολιτικών ευκαιριών δηλαδή.